Άρθρα

Κυπριακά διδάγματα

Δημιουργήθηκε στις Δευτέρα, 08 Απρίλιος 2013

του Σωτήρη Ρούσσου (δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών στις 04/04/2013)

Το πρώτο πράγμα που μας διδάσκει η καταστροφική επίθεση εναντίον της Κύπρου είναι ότι το κεφάλαιο και ο καπιταλισμός δεν έχουν κανόνες. Αυτοί οι περιώνυμοι «κανόνες του παιχνιδιού» απλώς θεσπίζονται, αλλάζουν, καταργούνται και καταπατούνται ανάλογα με τα στρατηγικά σχέδια των βασικών πολιτικών-οικονομικών πυλώνων του καπιταλιστικού συστήματος σε εθνικό, περιφερειακό ή παγκόσμιο επίπεδο. Ηδη από το 2011 λέγαμε ότι «ο ανταγωνισμός Κίνας και ευρωατλαντικής οικονομικής συμμαχίας έχει κορυφωθεί και το δυτικό σύστημα δεν αντέχει να συνεχίσει αυτήν τη στρατηγική, χρειάζεται εδώ και τώρα ριζική μείωση του εργατικού και του κοινωνικού κράτους και λιγότερη έκθεση στο επεκτατικό κινεζικό ρευστό.

Το διεθνές σύστημα, και κυρίως το ευρωατλαντικό, θέλει να “ξαναμαζέψει” το χρήμα, να μειώσει το εργατικό κόστος, να δημιουργήσει ημιεξαθλιωμένες “εφεδρείες” εργασίας, να ανατρέψει ό,τι γνωρίζαμε ως κοινωνικό συμβόλαιο και κοινωνικές κατακτήσεις και να αντεπιτεθεί στην κινεζική απειλή και γενικότερα στην απειλή των αναδυόμενων οικονομιών». («Και τώρα τι;», Εξοδος: στον δρόμο για τη Λαϊκή Μεταπολίτευση, Αθήνα: Τετράδια/Νέος Αγωνιστής, 2012).

Ο,τι συνέβη στην Κύπρο ήταν σαφώς μια κίνηση για να «μαζευτεί» το χρήμα στο ηγεμονικό κέντρο της ευρωπαϊκής περιφέρειας και οι εμπνευστές της δεν είχαν καμία αναστολή να ποδοπατήσουν, ειδικά στο αρχικό σχέδιο, ό,τι είχαν συμφωνήσει και θεσπίσει (εγγύηση καταθέσεων, τραπεζική ενοποίηση, έλεγχος και ανακεφαλοποίηση μέσω του ESM) λίγους μήνες πριν. Ο καπιταλισμός αποδεικνύεται εξαιρετικά «επαναστατικός» στην αντιμετώπιση της κρίσης και την εξυπηρέτηση των στρατηγικών του στόχων. Το ερώτημα που τίθεται είναι αν η Αριστερά, οι δυνάμεις της εργασίας και της κοινωνικής αλλαγής θα συνεχίσουν να παίζουν με αυτούς τους κανόνες. Αν ναι, τότε θα βρίσκονται ένα ή πολλά βήματα πίσω από τις «επαναστατικές» κινήσεις του αντιπάλου.

Ας μην έχουμε καμία αμφιβολία, το σημερινό ερώτημα «με ή χωρίς ευρώ» θα το ξεπεράσουν πρώτες οι ηγεμονικές δυνάμεις της ευρωζώνης, θα το καταστήσουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο άσχετο προς την πραγματικότητα και η Αριστερά θα απομείνει να παρακολουθεί και να προσπαθεί να «προσαρμοστεί» στο νέο ερώτημα που θα της τεθεί. Η Αριστερά πρέπει να βάλει τα δικά της ερωτήματα και τους δικούς της κανόνες για την κοινωνία και την παραγωγή και διανομή του πλούτου. Και, για να γίνω σαφέστερος, η υπεράσπιση οικονομιών που βασίζονται στις πιο μεταπρατικές και κερδοσκοπικές εκφάνσεις του καπιταλισμού δεν μπορεί να είναι η μόνη γραμμή άμυνας της Αριστεράς στο κυπριακό δράμα. Αλλιώς ο κάθε Σόιμπλε θα βρίσκεται όχι μία αλλά πολλές κινήσεις μπροστά. Παράλληλα με την πατριωτική αλληλεγγύη, για να αντιμετωπιστούν οι κίνδυνοι για την ακεραιότητα του εθνικού χώρου είναι αναγκαία προτεραιότητα για την Αριστερά να θέσει τα ζητήματα του κοινωνικού ελέγχου στην παραγωγή και διανομή του πλούτου, που βρίσκονται στον αντίποδα μεταπρατικών καπιταλιστικών διαδρομών.

Το δεύτερο δίδαγμα είναι ότι για την αλλαγή των γεωπολιτικών συνθηκών δεν αρκεί ο συνδυασμός κάποιων μεγάλων ή μικρών -ανεκμετάλλευτων ακόμη- κοιτασμάτων φυσικού αερίου και κάποιων προσοδοφόρων καταθέσεων Ρώσων ή άλλων «εξωτικών» επιχειρηματιών. Πολύ περισσότερο, δεν είναι δυνατόν να αλλάξουν οι συνθήκες αυτές από ένα μικρό κράτος που βρίσκεται εντός της ζώνης του ευρώ, δηλαδή υπό τη γερμανική ηγεμονία. Η Ρωσία δεν είναι πια παγκόσμια υπερδύναμη σε έναν διπολικό κόσμο αλλά μια πολύ ισχυρή περιφερειακή δύναμη, που δεν διακινδυνεύει όμως τις σχέσεις της με τη Γερμανία. Από την άλλη πλευρά, η σημερινή πολιτική ηγεσία στο νησί επιθυμεί την πρόσδεση της Κύπρου στο ΝΑΤΟ, πράγμα που αν συμβεί (είναι εξαιρετικά δύσκολο χωρίς την τουρκική συναίνεση) απομακρύνει τον ενδεχόμενο γεωπολιτικής σύνδεσης της Κύπρου με τη Ρωσία. Απορεί μάλιστα κανείς πώς είναι δυνατόν η κυπριακή ηγεσία να παραμένει στην ευρωζώνη, να διακηρύσσει την επιθυμία της να προσδεθεί στο ΝΑΤΟ και να αναμένει ρωσική βοήθεια και παρέμβαση. Την ίδια στιγμή αποτέλεσε κυρίαρχο λόγο μια ρηχή γεωπολιτική ανάλυση που παραγνώριζε τα κοινά στρατηγικά συμφέροντα Τουρκίας-Ισραήλ-ΗΠΑ στην περιοχή απέναντι στο Ιράν αλλά και στη Συρία. Η νέα τροπή στις τουρκο-ισραηλινές σχέσεις κλείνει δευτερεύοντα «μέτωπα» εν όψει της μεγάλης αναμέτρησης με το Ιράν για την περιφερειακή ηγεμονία. Είναι για αυτό αναγκαίο για την Αριστερά να διαβάσει ξανά τις πολιτικές εξελίξεις στη Μεσόγειο και να μην αρκεστεί σε μια προσπάθεια σύμπηξης μετώπου με τις δυνάμεις της Νότιας Ευρώπης αλλά να συμπεριλάβει στο μέτωπο αυτό δυνάμεις και από τις δύο όχθες της κοινής θάλασσας.

Share
© 2011-2013 Νέος Αγωνιστής