Άρθρα

Περί πηγών και ιαμάτων: Η συζήτηση για τον πατριωτισμό και ο Μισέλ Λεβί

Δημιουργήθηκε στις Τρίτη, 26 Νοέμβριος 2013

του Σταύρου Παναγιωτίδη (από την εφημερίδα Αυγή, 26-11-2013).

Συζητώντας το αν ο πατριωτισμός για την Αριστερά είναι σοσιαλπατριωτισμός και μας πάει "γραμμή" στον κυβερνητισμό ή αν ο αριστερός πατριωτικός λόγος γονιμοποιεί έναν απαραίτητο ριζοσπαστισμό, γεμίζουν τελευταία στήλες σε ιστοσελίδες του χώρου μας. Κι αυτή η συζήτηση είναι σε κάποιες στιγμές τόσο σφοδρή ώστε να παρασέρνει και τις πηγές της, να γίνεται δηλαδή παράχρηση των θέσεων και των προσώπων στα οποία γίνονται παραπομπές. Mόνο σε αυτό θέλω εδώ να κάνω ένα σχόλιο και όχι στην ουσία του διαλόγου αυτού.

Ο σύντροφος Δημοσθένης Παπαδάτος – Αναγνωστόπουλος σε άρθρο του στην ΑΥΓΗ, υποστηρίζει τη θέση που διαφαίνεται και από τον τίτλο του (Πατριωτισμός, κυβερνητισμός και Αριστερά), επικαλούμενος δύο σημεία από το έργο του μαρξιστή συγγραφέα Μισέλ Λεβί, που έχει καταπιαστεί έντονα με τη σχέση Αριστεράς και έθνους. Το πρώτο σημείο είναι πως το εθνικό αίσθημα σήμερα στην Ελλάδα δεν μπορεί να έχει προοδευτική μορφή και το δεύτερο πως ο Μαρξ και ο Ένγκελς δέχονταν ευχαρίστως πως ήταν «κοσμοπολίτες». Δυστυχώς, και οι δύο παραπάνω θέσεις συνιστούν επιλεκτική ανάγνωση των θέσεων του Λεβί, και τελικά αλλαγή της ουσίας τους, ώστε να εξαχθεί το επιθυμητό συμπέρασμα. Πάμε να τα δούμε.
 
Ο Λεβί ως "αντιπατριώτης".
Ο Λεβί υποστηρίζει πως «αντίθετα με ό,τι συμβαίνει σε άλλες δυτικοευρωπαϊκές χώρες, το εθνικό αίσθημα στην Ελλάδα πολλές φορές πήρε προοδευτική και αντιιμπεριαλιστική μορφή», διότι «ελάχιστα ευρωπαϊκά έθνη έχουν υποστεί τέτοια μακρόχρονη ξένη κυριαρχία και καταπίεση όσο ο ελληνικός λαός». Και διαπιστώνει πως αυτό το εθνικό συναίσθημα δεν έχει σχέση με το επιθετικό εθνικιστικό συναίσθημα που αναπτύχθηκε τη δεκαετία του '90 απέναντι στη FYROM, την περίοδο του Μακεδονικού1. Όμως, πουθενά δεν υποστηρίζει πως ο μόνος τύπος εθνικού συναισθήματος που μπορεί να υπάρξει στη σύγχρονη Ελλάδα είναι αυτός, ούτε πως το προοδευτικό εθνικό συναίσθημα οδηγεί de facto στον εθνικισμό. Αντιθέτως, αν διαβάσει κανείς το ίδιο έργο στο οποίο παραπέμπει ο συν. Παπαδάτος, τότε βλέπει μια απολύτως διαφορετική εικόνα και πάρα πολλές αναφορές που δείχνουν πως ο Λεβί δεν είναι ο απόλυτος αντιπατριώτης, αλλά ένας διανοητής που αναζητά τους ριζοσπαστικούς συνδυασμούς της εθνικής με την αριστερή συνείδηση, φτάνοντας ακόμη και σε ερμηνείες που θυμίζουν το σχήμα "κέντρο-περιφέρεια".

Αναγνωρίζει ο Λεβί μια μεγάλη ιστορική αντίφαση. Πως μολονότι ο εθνικισμός υπήρξε ο κυρίαρχος παράγοντας στη διαμόρφωση της πολιτικής του 20ου αιώνα, η μεγαλύτερη επανάσταση της εποχής μας, η Οκτωβριανή του 1917, δεν όφειλε τίποτα στον εθνικισμό και τάχθηκε αποφασιστικά ενάντια στην «εθνική υπεράσπιση της πατρώας γης» στον πόλεμο με την αυτοκρατορική Γερμανία2. Αλλά αυτό δεν τον οδηγεί στην απόρριψη της εθνικής ταυτότητας ως εργαλείο σήμερα για την Αριστερά. Κι αυτό είναι τόσο σαφές στο έργο του, που ακόμη κι αν διαφωνεί κανείς δεν μπορεί παρά να το παραδεχτεί.
 
Η διάκριση των εθνικισμών
Ο Λεβί επιμένει σε δύο βασικές διακρίσεις: όχι μόνο ανάμεσα στο εθνικό συναίσθημα και τον εθνικισμό3, αλλά ακόμα και ανάμεσα στον εθνικισμό των καταπιεστών και τον εθνικισμό των καταπιεζόμενων, παρότι αναγνωρίζει πως και ο τελευταίος έχει την τάση να εξελίσσεται επίσης σε έναν καταπιεστικό εθνικισμό. Φτάνει ακόμη και να πει ότι ο μαρξισμός «πρέπει να υποστηρίζει όλους τους αγώνες για εθνική απελευθέρωση ή για το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης των καταπιεσμένων εθνών, ακόμα και αν η ιδεολογία τους (ή η ιδεολογία των ηγετών τους) είναι εθνικιστική»4! Ορίζει βέβαια πως «κάνοντας τη θεμελιακή διάκριση μεταξύ του εθνικισμού των καταπιεστών και των καταπιεσμένων, οι σοσιαλιστές διεθνιστές δεν είναι υποχρεωμένοι να εμμένουν στον δεύτερο. Ωστόσο, αντιλαμβάνονται τον αντιφατικό χαρακτήρα του: την απελευθερωτική, εξεγερσιακή του διάσταση ενάντια στην άδικη καταπίεση, και τα όρια του ως μερική ιδεολογία»5. Επιπροσθέτως, επισημαίνει πως ο διεθνισμός έχει ως δομικό του στοιχείο τον αγώνα για την εθνική απελευθέρωση6 και πως ο ίδιος ο Μαρξ ήταν ενάντια τόσο στον φιλελεύθερο εθνικισμό του Ματσίνι όσο όμως και στον εθνικό μηδενισμό του Προυντόν7. Τονίζει μάλιστα πως στις επαναστάσεις της Λατινικής Αμερικής, ο κοινωνικός και ο εθνικός χαρακτήρας ήταν πάντα αλληλένδετοι, αφού, για παράδειγμα, πηγή έμπνευσης των Κουβανών επαναστατών ήταν ο ηγέτης του αντιαποικιακού αγώνα Χοσέ Μαρτί, που εκτός από δημοκράτης και ιακωβίνος ήταν και εθνικιστής8. Φτάνει τελικά να πει πως η αδυναμία (ή απροθυμία) των μαρξιστών να αναγνωρίσουν τη σπουδαιότητα του εθνικού ζητήματος είναι αποτέλεσμα του οικονομισμού τους, ακριβώς όπως η υποτίμηση των υπόλοιπων μη ταξικών μορφών εξουσίας, όπως αυτή του φύλου9.
Είναι πάντως σημαντικό πως ο Λεβί τονίζει ότι, σε αντίθεση με τον Λένιν, πλήρως απρόθυμος να κάνει τη διάκριση μεταξύ των δύο αυτών εθνικισμών ήταν ο Στάλιν, ο οποίος έβαλε εναντίον όλων με την κατηγορία του "σοσιαλπατριωτισμού"10.
 
Πατριωτισμός και Αριστερά την εποχή του ΔΝΤ
Καλά ως εδώ. Μόνο που κάποιος μπορεί να πει ότι όλα αυτά ο Λεβί τα λέει για άλλες συγκυρίες ή για άλλες κοινωνίες, άρα δεν έχουν εφαρμογή στην Μνημονιακή Ελλάδα, της σκληρής ταξικής επίθεσης. Κι όμως, είτε συμφωνεί κανείς είτε διαφωνεί, ο Λεβί δεν λέει τίποτα τέτοιο. Αντιθέτως, σε κάποιο σημείο του έργου του αναφέρεται σε καταστάσεις που μας είναι εξαιρετικά οικείες:
«Σήμερα, ο αγώνας κατά του εξωτερικού χρέους και της πολιτικής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου έχει καταστεί ο κύριος άξονας προοδευτικών εθνικών αισθημάτων και αντιιμπεριαλιστικών κινητοποιήσεων στη Λατινική Αμερική, που παίρνουν τη μορφή συγκεντρώσεων, απεργιών, διαμαρτυριών, ακόμα και μαζικών εξεγέρσεων. Λόγω των δυσβάσταχτων απαιτήσεων της εξόφλησης του χρέους (που είναι εντελώς αδύνατη), το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η Παγκόσμια Τράπεζα ασκούν έναν τόσο άμεσο έλεγχο (δίχως προηγούμενο από το τέλος της ισπανικής αποικιοποίησης στο 19ο αιώνα!) στην οικονομική και κοινωνική πολιτική αυτών των χωρών, που η ανεξαρτησία τους είναι συχνά εικονική. Οι "σύμβουλοι" και οι "ειδικοί" των διεθνών οικονομικών οργανισμών υπαγορεύουν στις κυβερνήσεις της Λατινικής Αμερικής το ρυθμό του πληθωρισμού των χωρών τους, τις περικοπές του προϋπολογισμού τους στην παιδεία και την υγεία, την εισοδηματική και τη φορολογική πολιτική τους. Ο λαϊκός αγώνας ενάντια σε τέτοιες εξοργιστικές μορφές εξάρτησης, καθώς και ενάντια στην πληρωμή του εξωτερικού χρέους, δεν είναι μόνο "εθνικιστικό", αλλά και ενάντια στο σύστημα, αντισυστημικό κίνημα, μια που έρχεται σε αντίθεση με τη λογική του παγκόσμιου καπιταλιστικού χρηματιστικού κεφαλαίου. Επίσης, εμπεριέχει ένα "ταξικό" στοιχείο, καθώς έρχεται σε σύγκρουση με τους εγχώριους ηγέτες, που είναι πρόθυμοι να συμμορφωθούν με την πολιτική του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και των ξένων τραπεζών»11.
"Εθνικός", "αντισυστημικός" και "ταξικός" ταυτόχρονα ο αγώνας των λαών στις χώρες που τελούν υπό την κηδεμονία του ΔΝΤ. Να παραδεχτούμε πως εδώ ο Λεβί μοιάζει να φλερτάρει έντονα με τις θεωρίες εξάρτησης. Και να διαφωνήσουμε. Αλλά πρέπει πρώτα να παραδεχτούμε ότι λέει αυτά που λέει. Και ότι έχει μια συγκεκριμένη αντίληψη για την πολιτική χρήση της εθνικής και πολιτιστικής ταυτότητας που θα πρέπει να κάνουν οι διεθνιστές. Δηλαδή, για την ανάγκη να μεταφράζεται το περιεχόμενο του μαρξισμού και του διεθνισμού στη "γλώσσα" του εκάστοτε εθνικού πολιτισμού, αλλά και να χρησιμοποιούνται στοιχεία από την ιστορία της κάθε χώρας και τις δημοκρατικές και επαναστατικές της διαστάσεις και να ενσωματώνονται στον πολιτισμό του εργατικού κινήματος12. Πως θα μπορούσε λοιπόν κανείς χρησιμοποιώντας τον Λεβί να επιτεθεί κατά όποιου «ακόμα δρέπει εαμικές δάφνες»;
 
Κοσμοπολιτισμός ή διεθνισμός;
Και δυο λόγια για το δεύτερο ζήτημα, του κοσμοπολιτισμού. Πράγματι, ο Μαρξ και ο Ένγκελς χρησιμοποιούσαν μαζί με τον όρο "διεθνισμός" και τον "κοσμοπολιτισμό', ως ταυτόσημους. Μόνο που λίγο αργότερα τον όρο αυτόν θα τον εγκαταλείψουν, ακριβώς επειδή καταλαβαίνουν πως ο κοσμοπολιτισμός μπορεί να οδηγήσει τελικά στον ηγεμονισμό ενός έθνους, μέσω ενός αιτήματος για την κατάργηση των εθνικών διαφορών. Και αυτό το λέει και πάλι καθαρά ο Λεβί, όπως και το ότι από πριν ο όρος χρησιμοποιούνταν από τον Ένγκελς και με αρνητικό πρόσημο.Αλλά ο συν. Δημοσθένης δεν το παραθέτει, στην ανάγκη του να απαντήσει σε όσους κατηγορούν τις απόψεις του ως «κοσμοπολίτικες», Και μπορεί μεν, όπως λέει ο Λεβί, να μην μπορούσε ο Μαρξ να προβλέψει «ότι περίπου έναν αιώνα αργότερα (1949-1962) στην Ανατολική Ευρώπη, από μια ειρωνεία της ιστορίας, στο όνομα του "αγώνα ενάντια στον κοσμοπολιτισμό" οι θιασώτες του ηγετικού κράτους και του σοσιαλισμού σε μία χώρα θα εξόντωναν τους αντιπάλους τους», αλλά το να υποστηρίζεις τον κοσμοπολιτισμό επειδή τον αναγόρευσε σε αντίπαλο ο Στάλιν είναι σαν να αναγορεύεις σε αντίπαλο τον σοσιαλισμό επειδή στο όνομά του έγιναν τα γνωστά τερατουργήματα.
Για το φινάλε. Όποια θέση κι αν υποστηρίζουμε, είναι λογικό να έχουμε ανάγκη την ευεργετική υποστήριξη των πηγών. Όμως, οι πηγές μας μπορούν να είναι «ιαματικές», να δυναμώσουν το σώμα του επιχειρήματός μας, μόνο αν δεν προσπαθούμε να εκτρέψουμε τη ροή τους. Διαφορετικά, απλώς φέρνουμε πλημμύρα και δεν διαφυλάττουμε ούτε το ίδιο το επιχείρημά μας.
Υ.Γ. Η αναλογία με το ΕΑΜ, όταν γίνεται σήμερα, πιο πολύ παραπέμπει στην πτυχή της σύγκρουσης με τον ΕΔΕΣ και όχι της συνεργασίας μαζί του. Επομένως, ας μην βιαζόμαστε.
 
1. «Αντίθετα με ό,τι συμβαίνει σε άλλες δυτικοευρωπαϊκές χώρες, το εθνικό αίσθημα στην Ελλάδα πολλές φορές πήρε προοδευτική και αντιιμπεριαλιστική μορφή. Πως μπορεί να ερμηνευτεί αυτή η ιδιαιτερότητα; Έχω την εντύπωση (ως αλλοδαπός παρατηρητής) ότι αυτό έχει σχέση με κάποιες καθοριστικές πτυχές της νεότερης ελληνικής ιστορίας: ελάχιστα ευρωπαϊκά έθνη έχουν υποστεί τέτοια μακρόχρονη ξένη κυριαρχία και καταπίεση όσο ο ελληνικός λαός. Μετά την Ανεξαρτησία και στη διάρκεια όλου του 19ου αιώνα, η ελληνική πολιτική ήταν υποχείριο των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων, οι οποίες επέβαλαν πρώτα μια βαυαρική και ύστερα μια δανική δυναστεία στη χώρα. Λόγω της καταστροφικής εκστρατείας των ελληνικών κυβερνήσεων στη Μικρά Ασία (1921), πάνω από ένα εκατομμύριο Έλληνες, οι οποίοι επί αιώνες ζούσαν ειρηνικά στη Μικρά Ασία εκδιώχτηκαν βίαια από τον τουρκικό στρατό, με τη συνυπαιτιότητα των ίδιων ευρωπαϊκών δυνάμεων που είχαν ενθαρρύνει τα επεκτατικά σχέδια του Βενιζέλου. Στη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου ο ελληνικός λαός υπέστη τις πιο αποτρόπαιες και δολοφονικές μορφές της φασιστικής (ιταλικής και γερμανικής) κατοχής, γεγονός που γέννησε ένα από τα μεγαλύτερα κινήματα εθνικής αντίστασης (με αριστερή ηγεσία) στην Ευρώπη. Παρόλο που το αντιφασιστικό κίνημα είχε την υποστήριξη της πλειονότητας του πληθυσμού, η ξένη επέμβαση (βρετανικά τανκς στην Αθήνα, Δεκέμβριος 1944) το εμπόδισε να κατακτήσει την εξουσία. Στον τραγικό εμφύλιο πόλεμο που επακολούθησε, οι δεξιές φιλομοναρχικές και αντικομμουνιστικές κυβερνήσεις είχαν την αμέριστη υποστήριξη του βρετανικού και του αμερικανικού ιμπεριαλισμού. Τα αμερικανικά συμφέροντα βρίσκονταν επίσης πίσω από την εγκαθίδρυση της στυγνής στρατιωτικής δικτατορίας στην Ελλάδα από το 1967 μέχρι το 1974. […] Ως Ευρωπαίος λατινοαμερικανικής καταγωγής, έχω την εντύπωση ότι αυτό το σπάνιο ιστορικό εθνικής καταπίεσης και απελευθερωτικών αγώνων παρουσιάζει τουλάχιστον τόσες ομοιότητες με την ιστορία των λατινοαμερικανικών χωρών (από τις αρχές του 19
αιώνα) όσες και με εκείνη των χωρών της Δυτικής Ευρώπης. Σε αυτό οφείλεται και το γεγονός ότι τα λαϊκά εθνικά αισθήματα στην Ελλάδα είναι τόσο ισχυρά, καθώς και το γιατί αυτά συνήθως στρέφονταν κατά του δυτικού (και ιδιαίτερα αμερικάνικου) ιμπεριαλισμού.
Ωστόσο, αυτό δεν ισχύει για το σημερινό ανησυχητικό κύμα του εθνικισμού, που δεν στρέφεται ενάντια σε κάποιο μεγάλο κράτος ή ιμπεριαλιστική δύναμη, αλλά σε ένα μικρό (δύο εκατομμύρια κάτοικοι) και αδύναμο γείτονα: την πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας». Μισέλ Λεβί, «Το εθνικό ζήτημα, από τον Μαρξ μέχρι σήμερα». Στάχυ, Αθήνα, 1993, σελ. 14-15.
2. Στο ίδιο, σελ. 79-80.
3. «Είναι σημαντικό να κάνουμε μια πολύ προσεχτική διάκριση ανάμεσα στο αίσθημα της εθνικής ταυτότητας και, την προσήλωση σε έναν εθνικό πολιτισμό, τη συνείδηση ότι ανήκουμε σε μια εθνική κοινότητα με το δικό της ιστορικό παρελθόν από τη μια μεριά, και τον εθνικισμό από την άλλη. Ο εθνικισμός, ως ιδεολογία, περιλαμβάνει όλα τα πιο πάνω στοιχεία, αλλά και κάτι άλλο το οποίο είναι και το αποφασιστικό συστατικό του: την ανάδειξη του έθνους στην πρωταρχική, θεμελιακή και πιο σημαντική κοινωνική και πολιτική αξία στην οποία, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, υποτάσσονται όλες οι άλλες». Στο ίδιο, σελ. 82.
4. «Παρ' όλο που ο μαρξισμός είναι από τη φύση του αντίθετος στην εθνικιστική ιδεολογία, οφείλει να κάνει μια πολύ αυστηρή διάκριση μεταξύ του εθνικισμού των καταπιεστών και του εθνικισμού των καταπιεζόμενων. Επομένως, πρέπει να υποστηρίζει όλους τους αγώνες για εθνική απελευθέρωση ή για το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης των καταπιεσμένων εθνών, ακόμα και αν η ιδεολογία τους (ή η ιδεολογία των ηγετών τους) είναι εθνικιστική. Φυσικά, οι μαρξιστές διεθνιστές που συμμετέχουν σε ένα εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα θα πρέπει να περιφρουρούν την αυτονομία τους και να προσπαθούν να πείσουν τις εκμεταλλευόμενες λαϊκές μάζες για την ανάγκη να αναπτύξουν και να συνεχίσουν τον αγώνα τους πέρα από τους εθνικούς στόχους, προς το σοσιαλιστικό-επαναστατικό μετασχηματισμό. Αλλά δεν μπορούν να αγνοήσουν ή να υποτιμήσουν τη σημασία του λαϊκού αιτήματος για εθνική αυτοδιάθεση». Στο ίδιο, σελ. 89.
5. «Επομένως, είναι λογικό ότι όλα τα γνήσια σοσιαλιστικά-επαναστατικά κινήματα σε ένα καταπιεσμένο έθνος θα εντάσσουν κατ' ανάγκη την εθνική απελευθέρωση στο επίκεντρο του αγώνα τους, συνδέοντας τη με την κοινωνική απελευθέρωση από την καπιταλιστική εκμετάλλευση (η Νικαράγουα είναι το πιο πρόσφατο παράδειγμα). […] Η διάκριση μεταξύ των δύο ειδών εθνικισμού είναι σχετική και όχι απόλυτη. Κατ' αρχήν, επειδή πολύ εύκολα οι καταπιεζόμενοι τους χτες γίνονται οι καταπιεστές του αύριο». Στο ίδιο, σελ. 90-91.
6. «Ο διεθνισμός δεν είναι η έκφραση της ταυτότητας των συνθηκών ζωής των εκμεταλλευόμενων και των καταπιεσμένων όλων των χωρών, αλλά μια διαλεκτική σχέση συμπληρωματικότητας μεταξύ τουλάχιστον τριών, πολύ διαφορετικών ειδών αγώνων: του σοσιαλιστικού εργατικού κινήματος στις προηγμένες καπιταλιστικές κοινωνίες, του κοινωνικού και εθνικού απελευθερωτικού κινήματος στις εξαρτημένες (ή αποικιοκρατούμενες) καπιταλιστικές χώρες και του αντιγραφειοκρατικού κινήματος για τη σοσιαλιστική δημοκρατία στις μετακαπιταλιστικές κοινωνίες». Στο ίδιο, σελ. 86
7. Στο ίδιο, σελ. 53.
8. «Πάντα οι επαναστάσεις στη Λατινική Αμερική είχαν κοινωνικό και συνάμα εθνικό περιεχόμενο. Αυτό δεν ισχύει μόνο για τη Μεξικάνικη Επανάσταση του 1910-1911 ή τη Βολιβιανή Επανάσταση του 1953, αλλά και για τις πιο ριζοσπαστικές επαναστάσεις που είχαν ως στόχο το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό (στην Κούβα το 1959-1961 και στη Νικαράγουα το 1979). Ο Φιδέλ Κάστρο και οι σύντροφοί του εμπνέονταν από τον αγώνα και τις ιδέες του Χοσέ Μαρτί, του δημοκράτη ιακωβίνου, εθνικιστή και αντιιμπεριαλιστή ηγέτη της εξέγερσης ενάντια στους Ισπανούς αποικιοκράτες». Στο ίδιο, σελ. 115. Επίσης, «Αυτό ακριβώς έκαναν οι Σαντινίστας στη Νικαράγουα, συνδέοντας το μαρξισμό με την κληρονομιά του Σαντίνο, μια ριζοσπαστική παράδοση που παραμένει ζωντανή στη συλλογική μνήμη του νικαραγουανού λαού». Στο ίδιο, σελ. 92.
9. «Πολλές φορές οι μαρξιστές υποτίμησαν τη σπουδαιότητα του εθνικού ζητήματος, την αποφασιστική σημασία της εθνικής απελευθέρωσης για τον υπόδουλο λαό. Αυτό είναι μέρος ενός γενικότερου τύπου τύφλωσης, αγνόησης ή τουλάχιστον ανεπαρκούς ενασχόλησης με μη ταξικές μορφές καταπίεσης: εθνικής, φυλετικής ή σεξουαλικής. Τούτο δε σημαίνει ότι ο ίδιος ο μαρξισμός δεν είναι σε θέση να συνυπολογίσει αυτές τις διαστάσεις. Απλώς η οικονομίστικη προσέγγιση που κυριαρχούσε σε μεγάλο μέρος της μαρξιστικής σκέψης (καθώς και σε μερικά από τα ίδια τα κείμενα του Μαρξ) οδήγησε σε μια τάση υποτίμησης τους». Στο ίδιο, σελ. 86-87.
10. «Ο Στάλιν δεν διέκρινε ανάμεσα στον εθνικισμό των καταπιεσμένων και αυτόν τον καταπιεστών, ανάμεσα στο μεγαλο-ρωσικό εθνικισμό του τσαρικού κράτους και τον εθνικισμό των καταπιεσμένων λαών: Πολωνών, Εβραίων, Τατάρων, Γεωργιανών κοκ. Οι δύο εθνικισμοί κατηγορούνται πλάι - πλάι ως εκδηλώσεις ενός "χονδροειδούς σωβινισμού". Αλλά αυτή η διάκριση, όπως θα δούμε, καταλαμβάνει κεντρική θέση στη σκέψη του Λένιν. […] Mια νοοτροπία που "απονέμει περιφρονητικά κατηγορίες περί σοσιαλ-πατριωτισμού (ενώ είναι ο ίδιος όχι απλώς ένας αληθινός, αυθεντικός σοσιαλπατριώτης, αλλά ένας τραχύς μεγαλορώσος επιστάτης)". Δεν διστάζει, εξάλλου, να κατονομάσει τον Λαϊκό Κομισάριο των Εθνικοτήτων: "Σκέφτομαι ότι κάτι μοιραίο παίχτηκε εδώ με την πρεμούρα του Στάλιν, την αρέσκειά του για αξιώματα, την εμμονή του με το διαβόητο ‘σοσιαλπατριωτισμό' ". Στο Η Οκτωβριανή Επανάσταση και το εθνικό ζήτημα: Λένιν εναντίον Στάλιν, RedNotebook.
11. «Επομένως, δεν είναι παράξενο που σε ορισμένες χώρες, όπως στη Βραζιλία, στη Βολιβία ή το Περού, στην εμπροσθοφυλακή του αγώνα ενάντια στην εξόφληση του εξωτερικού χρέους βρίσκονται το εργατικό κίνημα, τα συνδικάτα και τα αριστερά κόμματα: στη συνείδηση του πιο δραστήριου τμήματος του κινήματος, η εθνική και η κοινωνική απελευθέρωση είναι αλληλένδετες». Στο ίδιο, σελ. 116.
12. «Το γεγονός ότι ο διεθνισμός είναι αντίθετος με την εθνικιστική ιδεολογία κάθε άλλο παρά σημαίνει ότι αρνείται την ιστορική και πολιτιστική παράδοση των εθνών. Με τον ίδιο τρόπο που το διεθνιστικό κίνημα σε κάθε χώρα πρέπει να μιλήσει στην εθνική του γλώσσα, θα πρέπει επίσης να μιλήσει στη γλώσσα του εθνικού πολιτισμού και της ιστορίας του – και ασφαλώς, ιδίως όταν αυτός ο πολιτισμός καταπιέζεται. Όπως αναγνώρισε ο Λένιν, κάθε πολιτισμός έχει και κάθε εθνική ιστορία εμπεριέχει δημοκρατικές, προοδευτικές, επαναστατικές πτυχές, τις οποίες πρέπει να αφομοιώσει ο σοσιαλιστικός πολιτισμός του εργατικού κινήματος, και αντιδραστικές, σοβινιστικές και σκοταδιστικές πλευρές, που πρέπει να καταπολεμηθούν αμείλικτα. Καθήκον των διεθνιστών είναι να συνενώσουν την ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά του παγκόσμιου σοσιαλιστικού κινήματος με τον πολιτισμό και τις παραδόσεις των λαών τους, στη ριζοσπαστική και ανατρεπτική διάσταση του, που, συχνά, παραμορφώνεται από την αστική ιδεολογία ή αποκρύπτεται ή αποσιωπάται από τον επίσημο πολιτισμό των κυρίαρχων τάξεων. Με τον ίδιο τρόπο που οι μαρξιστές πρέπει να πάρουν υπόψη, στον επαναστατικό τους αγώνα, την αποφασιστική σημασία της εθνικής ιδιαιτερότητας του κοινωνικού τους σχηματισμού, δεν μπορούν στον ιδεολογικό τους αγώνα να αγνοήσουν την εθνική ιδιαιτερότητα  του δικού τους πολιτισμού και ιστορίας». Στο ίδιο, σελ. 92

Share
© 2011-2013 Νέος Αγωνιστής