Άρθρα

Σκέψεις για το ΕΑΜ και την θεωρία των σταδίων - για το σήμερα με αφορμή το χθες

Δημιουργήθηκε στις Παρασκευή, 13 Δεκέμβριος 2013

Του Δημήτρη Μπελαντή
(πηγή σημοσίευσης: iskra.gr)

Η συζήτηση για την κατοχική εμπειρία στην Ελλάδα έχει αναζωογονηθεί τα  τρία τελευταία χρόνια στην Ελλάδα και αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί τυχαίο. Η ελληνική κοινωνία αντιμετωπίζει μια κοινωνική και ανθρωπιστική κρίση, η οποία ανακαλεί την κατοχική περίοδο και μπορεί και να την φτάσει  τελικά σε αποτελέσματα ανθρώπινων θυσιών και κατεστραμμένων ζωών. Από την άλλη πλευρά, το μνημονιακό αδιέξοδο θέτει σοβαρά προβλήματα στρατηγικής για την Αριστερά, καθώς η άγρια καπιταλιστική διαχείριση από το ελληνικό κεφάλαιο και την ηγεσία της Ε.Ε. και της τρόικας δείχνει ότι δεν μπορεί να υπάρξει ένα σοβαρό εναλλακτικό σχέδιο, το οποίο θα είναι εγκλωβισμένο στα πλαίσια του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής

Κεϋνσιανά μέτρα ίσως ξαναυπάρξουν αλλά ο Κέυνς ως σχέδιο έχει πεθάνει.  Όλο και περισσότερο, η μετατροπή του αναπτυγμένου  καπιταλισμού σε ένα «διαρκές καθεστώς έκτακτης ανάγκης» (όπως εύστοχα τονίζει και ο Σλ. Ζίζεκ), η μονιμότερη αδυναμία της εξουσίας του κεφαλαίου στην Ευρώπη αλλά και αλλού να εξασφαλίσει ανθρώπινες και αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης για την σύγχρονη εργατική τάξη αλλά και για τις λοιπές λαϊκές τάξεις (και ιδιαίτερα την μικροαστική καθώς και την διανόηση), δηλαδή για την μεγάλη πλειοψηφία του λαού,   θέτει σε πρώτη προτεραιότητα το κοινωνικό/ταξικό  ζήτημα, το ζήτημα της αντικαπιταλιστικής ανατροπής και του σοσιαλισμού/κομμουνισμού. Σε αντίθεση με μια πιο αισιόδοξη προοπτική, η οποία παλαιότερα συνέδεε την ανατροπή με την παρατεταμένη και  ραγδαία οικονομική ανάπτυξη και την προηγούμενη επίτευξη σημαντικών μεταρρυθμιστικών στόχων ( μια προοπτική που καθοδηγούσε τον ευρωκομμουνισμό αλλά και τις θεωρήσεις της αριστερής σοσιαλδημοκρατίας περί ειρηνικού-κοινοβουλευτικού δρόμου), προκύπτει σήμερα μια συγκυρία και πάλι όπου ο σοσιαλισμός και ο κομμουνισμός εμφανίζονται ως η διέξοδος από μια καταστροφική κοινωνική και εθνική κρίση. Αυτό συμβαίνει για πρώτη φορά από την δεκαετία του 1940. Ακόμη και ο μεταπολιτευτικός ριζοσπαστισμός (και πολύ περισσότερο ο ριζοσπαστισμός πριν από την δικτατορία) με όλη την μαχητική του εκφορά προσανατολιζόταν περισσότερο προς ένα μεγάλο κίνημα δημοκρατικών και αναδιανεμητικών μεταρρυθμίσεων, οι οποίες δεν υπερέβαιναν τον καπιταλιστικό ορίζοντα – δεν είναι καθόλου τυχαίο που όλη η αντικαπιταλιστική ρητορεία της Μεταπολίτευσης κατόρθωσε τελικά να χωρέσει στο πρόγραμμα της Αλλαγής, ένα πρόγραμμα που παρά τον « αστικό εκσυγχρονιστικό» του προσανατολισμό φαντάζει σχεδόν επαναστατικό  σε σχέση με όσα ακόμη και ως ΣΥΡΙΖΑ λέμε και προτείνουμε σήμερα και ακόμη περισσότερο πιστεύουμε ότι μπορούν να γίνουν.        

Το ΕΑΜ, το ΚΚΕ,  ο  εθνικός λόγος τους, η ταξική τους δυναμική   

Είναι γνωστό ότι στην αρχή της κατοχής (1941)  το ΚΚΕ πρότεινε σε άλλες δυνάμεις και αγωνιστές την συγκρότηση του ΕΑΜ στην βάση του  αντικατοχικού και εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα. Παρά το γεγονός ότι το ΕΑΜ αναφερόταν και στην προοπτική της αυτόνομης πολιτικής  έκφρασης του λαού μετά την απελευθέρωση  καθώς και στην «λαοκρατία» (ως ένα καθεστώς που επιδεχόταν διαφορετικές αναγνώσεις, ξεκινώντας από μια προχωρημένη και φιλολαϊκή αστικοδημοκρατική μορφή και φτάνοντας ως την σοσιαλιστική εξουσία), είναι προφανές ότι το εθνικοαπελευθερωτικό στοιχείο  φάνηκε να σκιάζει και να υποβαθμίζει αρχικά το ταξικό. Το ταξικό θα επιλυόταν σε βάθος χρόνου.  Αυτή η διάσταση συνδέεται με δυο διαφορετικά ζητήματα, τα οποία συναντήθηκαν το 1941, αυτό της ίδιας της κατάστασης και των αναγκών που έθετε και εκείνο των στρατηγικών μετατοπίσεων του ΚΚΕ από την δεκαετία του 1930. Η μονόπλευρη εξέταση και ανάγνωση κάθε ενός από αυτά οδηγεί σε λανθασμένα συμπεράσματα.  

   Όπως έχει δείξει παλαιότερα ο Άγγελος Ελεφάντης («Η επαγγελία της αδύνατης επανάστασης»), η γραμμή ενός πανεθνικού μετώπου κατά του κατακτητή σχετίζεται σημαντικά με την στρατηγική  μετατόπιση του ΚΚΕ μετά την 6η Ολομέλεια της Κ.Ε. (1934), σύμφωνα με την οποία έπρεπε να προηγηθεί ένα στάδιο ολοκλήρωσης του αστικοδημοκρατικού μετασχηματισμού σε συνθήκες φεουδαλικών υπολειμμάτων και ιμπεριαλιστικής εξάρτησης και να ακολουθήσει η σοσιαλιστική ρήξη ως δεύτερο στάδιο. Μέχρι τότε στρατηγικός στόχος ήταν η άμεση σοσιαλιστική επανάσταση και η σοβιετική Ελλάδα. Η νέα στρατηγική, όπως εν μέρει ορθά την επέκρινε ο Πουλιόπουλος, είχε το πρόβλημα όχι μόνο της παραγνώρισης των υπαρκτών  όψεων καπιταλιστικής ανάπτυξης στην Ελλάδα αλλά και της υιοθέτησης ενός μηχανιστικού και   οικονομίστικού σοβιετικού μαρξισμού, στα πλαίσια του οποίου η ανάπτυξη των ουδέτερων παραγωγικών δυνάμεων είναι σημαντικότερη από την ανάπτυξη της πολιτικής ταξικής πάλης και είναι δυνατόν να σταθεροποιηθούν ακόμη και στο ιμπεριαλιστικό στάδιο ενδιάμεσα πολιτικά και κοινωνικά καθεστώτα («θεωρία των σταδίων»). Η γραμμή των σταδίων απομάκρυνε για δεκαετίες το ζήτημα της επικαιρότητας του σοσιαλισμού εντός της κομμουνιστικής στρατηγικής. Θα έφτανα στο σημείο να πω ότι, με όρους θεωρητικής αυστηρότητας, η κριτική που ασκείται στον  λαϊκομετωπισμό και εθνικομετωπισμό του ΚΚΕ μετά το 1934 ακόμη και  από το σύγχρονο σεχταριστικό ΚΚΕ αλλά και εντός του ΣΥΡΙΖΑ έχει ισχυρά σημεία βασιμότητας. Ήδη, ο Λένιν, από το1917 είχε τοποθετηθεί αναιρετικά για την ως τότε στρατηγική των Μπολσεβίκων για τα δύο διαδοχικά επαναστατικά στάδια και έθετε ως άμεσο στόχο την κατάκτηση της εξουσίας και την διά αυτής επίλυση και των άλυτων αστικοδημοκρατικών προβλημάτων («Θέσεις του Απρίλη»). Βεβαίως, η κριτική στην 6η Ολομέλεια δεν μπορεί να οδηγεί σε ακρότητες και λάθη, όπως λ.χ. η άποψη ότι δεν εκτιμήθηκε ο βασικά ώριμος  ιμπεριαλιστικός χαρακτήρας του ελληνικού καπιταλισμού κλπ. Ακόμη και η υιοθέτηση της γραμμής της  «διαρκούς επανάστασης»- με την οποία δεν συμπίπτουμε απόλυτα- δεν μπορεί να οδηγεί στην απόλυτα ισόμμετρη και παρατακτική αντίληψη για τις ισορροπίες και ιεραρχήσεις  εντός της ιμπεριαλιστικής αλυσσίδας.
 
  Όμως, κάθε κριτική επί της στρατηγικής οφείλει να μην είναι φορμαλιστική/δογματική  και να κατανοεί το τι πραγματικά έχει παιχθεί. Παρά τα στρατηγικά λάθη της 6ης Ολομέλειας, δεν μπορεί να παραβλεφθεί το ότι μετά το 1932 και ιδίως μετά από αυτήν έγινε πιο κατανοητό το ζήτημα του ενιαίου εργατικού μετώπου και της εργατικής ενωτικής τακτικής  (παρά τις συγχύσεις του μη ταυτιζόμενου με το Ενιαίο Μέτωπο λαϊκομετωπισμού και τα αναποτελεσματικά  σύμφωνα με τους βενιζελικούς), υπήρξε κάποια μαζική στροφή,  έγινε επίσης κατανοητό ότι σε επιμέρους  τακτικά ζητήματα μπορείς να κάνεις τακτικές συμμαχίες ακόμη και με αστικές δυνάμεις και, επίσης, κυρίως, τέθηκε –αν και όχι πάντοτε με σωστό τρόπο- το ζήτημα της σχέσης «εθνικού-ταξικού». Το ζήτημα, δηλαδή, ότι ακόμη και στο μονοπωλιακό-ιμπεριαλιστικό στάδιο είναι δυνατόν να υπάρξουν άλυτα ή και καινοφανή εθνικά ζητήματα όπως και ζητήματα ανισομετρίας ή και κυριαρχίας μεταξύ αστικών τάξεων και καπιταλιστικών κοινωνικών σχηματισμών. Χωρίς αυτό να δικαιολογεί την αντίληψη ενός  χωριστού απελευθερωτικού-αντιεξαρτησιακού σταδίου, έγινε προφανές ότι για παράδειγμα η σχέση της ελληνικής αστικής τάξης με την βρετανική δεν ήταν μια σχέση ισότιμων και διαπραγματευόμενων εταίρων (μια αντίληψη που ουσιαστικά ξεκινά από την λογική του διεθνούς εμπορίου ως εξισωτικού των εθνικών καπιταλισμών) . Έγινε, επίσης, προφανές ότι  η Αριστερά μπορεί να συγκροτήσει μια αντιπαραθετική προς την αστική στρατηγική εκδοχή του «έθνους των λαϊκών τάξεων» αλλά και μια ηγεμονική στρατηγική επί του «όλου έθνους». Αυτό είναι απολύτως συμβατό με την γκραμσιανή  έννοια της ηγεμονίας, όπου φαίνεται καθαρά ότι η κατάκτηση  της σοσιαλιστικής εξουσίας δεν μπορεί να επισυμβεί χωρίς την αφομοίωση από το ΚΚ των πιο θετικών δημοκρατικών, εξισωτικών  και αγωνιστικών αντιλήψεων για το έθνος ( σε ακολουθία του
« μαχόμενου έθνους»  της Γαλλικής Επανάστασης και όχι εκείνου του «ιεραρχικού κράτους-έθνους » του Μπίσμαρκ ή του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου).   

   Στην παραπάνω βάση, ακόμη και αν το ΚΚΕ έμπαινε στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο με μια άμεσα σοσιαλιστική στρατηγική (όπως λ.χ. πρότειναν τότε τα τροτσκιστικά ρεύματα ), δεν θα μπορούσε και ιδίως σε συνθήκες κατοχής και ήττας να παρακάμψει το ζήτημα της «απελευθέρωσης του έθνους-κράτους» και της αντιμπεριαλιστικής πάλης. Αν το έκανε αυτό, αν δεν υπήρχε η   επιστολή Ζαχαριάδη αλλά ούτε και η ίδρυση του ΕΑΜ, το ΚΚΕ  δεν θα γινόταν «ηγεμόνας» της κοινωνίας αλλά ένα τίμιο πλην αναποτελεσματικό γκρουπούσκουλο όπως η ΕΟΚΔΕ του Πουλιόπουλου και πολύ περισσότερο η ανεκδιήγητη  ΚΔΕΕ του Άγι Στίνα. Αντί να οργανώσει την αντικατοχική μαζική και ένοπλη πάλη, θα περίμενε οι στρατιώτες της Βέρμαχτ να στραφούν κατά του ναζισμού. Όποιος λοιπόν απερίσκεπτα μηδενίζει το ζήτημα της «εθνικής απελευθερωτικής  πάλης» στην κατοχή, θα πρέπει να αναμετρηθεί και με τα γνωστά ιστορικά αποτελέσματα, δηλαδή με την αδυναμία αναμέτρησης με την τότε ελληνική αστική τάξη για όποιον δεν αναμετρούνταν και με τις κατοχικές γερμανικές λόγχες. Ακόμη περισσότερο, αυτό καταδεικνύει και την ένδεια και προσχηματικότητα όσων απόψεων υποστηρίζουν σήμερα την δυνατότητα μιας  δήθεν «καθαρής» και «διεθνιστικής» ταξικής πάλης με το ελληνικό κεφάλαιο χωρίς την σύνδεσή της με την αντιιμπεριαλιστική πάλη κατά της ευρωζώνης, της Ε.Ε. και των λοιπών ιμπεριαλιστικών οργανισμών. Ακόμη και αστοί στοχαστές όπως ο Καρλ Σμιττ  έχουν δείξει ότι η μορφή του αντάρτικου ως ανορθόδοξου πολέμου δεν ξεκίνησε τυχαία από τα «εθνικά» αντάρτικα των Ισπανών και των Πρώσσων κατά του Ναπολέοντα, όπου παραδόξως άνθρωποι πολιτικά απολύτως  αντιδραστικοί και εχθροί του «σατανικού Ναπολέοντα»  υιοθέτησαν την γραμμή της Γαλλικής Επανάστασης για το αυτοπροστατευόμενο  κινητοποιημένο έθνος. Όπως έχουν υποστηρίξει σημαντικοί μαρξιστές θεωρητικοί παλαιότερα (για παράδειγμα ο Ερνέστο Λακλάου στο έργο του «Πολιτική και ιδεολογία στην μαρξιστική θεωρία» ), σε συνθήκες ιδίως εθνικής κρίσης και ιμπεριαλιστικής κυριάρχησης δεν μπορεί να οικοδομηθεί το λαϊκό πολιτικό στρατόπεδο (ο δικός μας «λαός») χωρίς να συναρθρώσει την ταξική αντιπαλότητα με το ζήτημα της «εθνικής ταπείνωσης» και όσα αυτό συνεπάγεται.  

   Περαιτέρω, η ίδια η συγκρότηση ενός πολιτικού εθνικοαπελευθερωτικού μετώπου δεν μπορεί ποτέ να προχωρήσει χωρίς ταξικές συνεπαγωγές. Με βάση  το γεγονός ότι το ΕΑΜ, προτού γίνει ένα πλήρες ένοπλο κίνημα,  εξελίχθηκε  ως ένα μεγάλο ταξικό και εργατικό μαζικό κίνημα- πάντοτε συνδεμένο με την απελευθερωτική εθνική προοπτική- και ιδίως  το γεγονός ότι το ΕΑΜ στην πράξη διαμόρφωσε θεσμούς και δομές λαϊκής-εργατικής ηγεμονίας και αναδυόμενης δυαδικής  αντιεξουσίας ( τι άλλο ήταν τα λαϊκά δικαστήρια και οι αυθόρμητες αυτοδιοικητικές νέες δομές) και συγκρούστηκε έτσι κάθετα με την εξουσία της φιλογερμανικής αλλά και της φιλοβρετανικής αστικής τάξης, αφομοιώνοντας ταυτόχρονα αστούς πολιτικούς και στρατιωτικούς (όπως ο Σβώλος και ο Σαράφης), υπήρχαν όλες οι προϋποθέσεις  αυτό το αρχικά εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα να εξελιχθεί αποτελεσματικά σε ένα κίνημα κατάκτησης της σοσιαλιστικής εξουσίας, όπως συνέβη στην Γιουγκοσλαβία του Τίτο και να μην παραδώσει την εξουσία στους Βρετανούς και την αστική τάξη. Αυτό, όμως, δεν συνέβη. Ο σκληρός ταξικός  εμφύλιος πόλεμος στα 1943-1944 (γιατί, βεβαίως, ο πόλεμος κατά των ταγματασφαλιτών και των δυνάμεων κατοχής δεν ήταν μόνο για την «γαλανόλευκη», ήταν ταυτόχρονα «κόκκινος»  αγώνας για την ταξική εξουσία) «διορθώθηκε» από τα ΕΑΜ-ΚΚΕ το καλοκαίρι του 1944 προς την κατεύθυνση της «εθνικής ενότητας», τον Λίβανο και την Καζέρτα και τελικά την ηρωϊκή μεν αλλά δύσβατη και εξαιρετικά δύσκολη αναμέτρηση του Δεκέμβρη και του τελικού Εμφυλίου.

  Η «εθνική ενότητα» ως στρέβλωση του ταξικού/αντιιμπεριαλιστικού αγώνα

Η γραμμή των Σιάντου/Ιωαννίδη/Ζεύγου  και πολύ περισσότερο των αστών συμμάχων του ΚΚΕ (Σβώλος, Καρτάλης  κλπ) το καλοκαίρι του 1944 δεν ήταν μια ορθή μαζική γραμμή αναγκαίας σύνδεσης του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα με το ζήτημα της ταξικής εξουσίας στην Ελλάδα. Δεν ήταν μια γραμμή ταξικής ηγεμονίας πάνω στο πεδίο του «έθνους» και νίκης του  προλεταριακού πάνω στο αστικό «έθνος». Αν ήταν μια τέτοια γραμμή, το ΚΚΕ-ΕΑΜ θα είχε νικήσει, όπως νίκησαν ο Τίτο, ο Μάο, το FLN στην Αλγερία  ή οι Βιετκόνγκ.-μεγάλα κινήματα που έδεσαν πετυχημένα τον αντιιμπεριαλιστικό αγώνα με μια έμπρακτη άρνηση της θεωρίας των σταδίων.   Ήταν μια γραμμή όχι ανταγωνισμού αλλά ενότητας πάνω στο πεδίο του έθνους. Ήταν μια γραμμή όπου οι διαφορετικές εκδοχές του «έθνους» συμφιλιώθηκαν ταξικά αντί να ανταγωνιστούν μέχρι θανάτου. Ο Γραμματέας του ΕΑΜ Θανάσης Χατζής («Η νικηφόρα επανάσταση που χάθηκε», δεκαετία του 1970) θα διαπιστώσει πολύ αργότερα ότι ακολουθήθηκε μια γραμμή «εθνικού» ταξικού  συμφιλιωτισμού, η οποία κατέστρεψε το εαμικό κίνημα. Αυτή η γραμμή ξεκίνησε ως «καταδίκη της ανταρσίας στην Μέση Ανατολή» ( ας θυμηθούμε και τον Τσίρκα) , προχώρησε στην «καταδίκη των σφαγών του ΕΑΜ» στον Λιβανο  και τελικά όρισε τον Σκόμπυ ύπατο της Ελλάδας με αποτέλεσμα τον Δεκέμβρη, μια μάχη που η ηγεσία του ΚΚΕ έδωσε με μισή καρδιά, αρχικά με μη αντιβρετανική απεύθυνση και οπωσδήποτε με απολύτως αναποτελεσματικό τρόπο.

   Γιατί, όμως, επελέγη αυτή η γραμμή ; Τι μπορούμε να μάθουμε  που θα μας βοηθήσει για το σήμερα ;  Προφανώς, δεν έφταιξε μόνο-αντίθετα προς όσα δέχεται ο Φερνάντο Κλαουντίν- η ηγετική γραμμή των Σοβιετικών για μη ρήξη με τους Βρετανούς, πράγμα που σίγουρα συντέλεσε σημαντικά και που καταδεικνύει και τον (ανύπαρκτο) βαθμό «επαναστατικότητας» της σταλινικής ηγεσίας στην εξωτερική της πολιτική. Έφταιξαν,  όμως, και άλλοι παράγοντες. Έφταιξε η παρομοιώδης πολιτικοπροσωπική ανικανότητα της ηγεσίας του ΚΚΕ καταμεσίς της κατοχής (σε αντίθεση με την μεγάλη στρατηγική της ικανότητα να οργανώσει το ΕΑΜ το 1941) . Αλλά, σίγουρα, εξαιρετικά σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε και μια υπερβολικά  «εθνοκεντρική» διάσταση της γραμμής της 6ης Ολομέλειας, μια διάσταση που έστελνε στο υπερπέραν τον σοσιαλισμό και τον κομμουνισμό και επεξέτεινε ως την έννοια του «εθνικού μετώπου από τα πάνω» την ενασχόληση με τα υπαρκτά και σημαντικά εθνικά ζητήματα. Η ηγεσία του ΚΚΕ, από τον Λίβανο ως τον Δεκέμβρη, λύγισε το ραβδί μετατοπιζόμενη από την πάλη για την ηγεμονία στο έθνος στην εθνική ενότητα και συμφιλίωση. Αυτή η γραμμή όχι μόνο ματαίωσε την σοσιαλιστική κατάκτηση της εξουσίας αλλά έβλαψε και το ίδιο το εθνικό ζήτημα, επιβάλλοντας άμεσα  την βρετανική ιμπεριαλιστική επικυριαρχία και μετά την αμερικάνικη. Βλέπουμε, λοιπόν, ότι τόσο μια γραμμή που σβήνει τον εθνικό παράγοντα οδηγεί στην απόλυτη πολιτική  περιθωριοποίηση όσο και μια γραμμή που αδυνατίζει ή ακυρώνει  την εργατική  ταξική ηγεμονία οδηγεί στην απόλυτη αστική επικυριαρχία. Δεν είναι τυχαίο που ακόμη και πάνω στο έδαφος του Εμφυλίου 1946-1949 οι δύο αντίπαλοι θα παλέψουν για την ταξική εξουσία αλλά και για την ερμηνεία της «εθνικής ανεξαρτησίας». Και μάλιστα σε μια εποχή όπου ο Ζαχαριάδης έχει εγκαταλείψει τα στάδια και υιοθετεί την άμεση σοσιαλιστική επανάσταση. Μήπως ο Ζαχαριάδης ήταν κατά τον Εμφύλιο απλώς ένας «εθνικιστής» ηγέτης ;  

   Τέλος : η σχέση της ταξικής με την εθνική ολότητα

Παραμένει ενδιαφέρον το ζήτημα γιατί σήμερα αναπτύσσεται μια θεώρηση, η οποία μιλώντας στο όνομα της «τάξης» θεωρεί αυτήν την έννοια απολύτως ασύμβατη με την «εθνική αφήγηση» ή την «εθνική κατασκευή». Θα ασχοληθούμε σε επόμενο σημείωμα με αυτό το ζήτημα. Θα αρκεσθούμε στην πρωταρχική διαπίστωση ότι μια απολύτως μηδενιστική θεώρηση για το «έθνος» ως ολότητα δύσκολα συνυπάρχει με την υπεράσπιση της τάξης ως «ολότητας». Ακόμη και αν πιστέψει κανείς στην ειλικρίνεια αυτής της τοποθέτησης, θα χρειαστεί να διαπιστωθεί αν η «ταξική έγκληση» διατηρεί ακόμη την ολοποιητική γιακωβίνικη συγκρότησή της, την αντίληψη ότι η τάξη συγκροτείται ως η ενοποιητική μεγάλη πλειοψηφία του «λαού της γαλλικής επανάστασης».Είναι, βέβαιο, ότι οι κλασσικοί του Μαρξισμού είχαν μια τέτοια προσέγγιση.  Ή αν η δήθεν σκληρή «αντεθνική ταξική έγκληση» κατανοεί την ταξική ολότητα ως τέτοια και τις πρακτικές της ως επίσης «ολοποιητικές» ή εννοεί ως τάξη την  τεθριμμένη και υβριδική συνάθροιση των «μερικών πρακτικών»,  «των ετεροτήτων», των αποσπασματικά θεωρούμενων «δικαιωμάτων» και των θραυσμάτων του «πλήθους». Αν δηλαδή ο αντίπαλος των παρουσών απόψεων είναι η γιακωβίνικη ταξικότητα του Διαφωτισμού ή η «ταξικότητα» της μετανεωτερικής σκέψης. Αξίζει να το ψάξουμε.

Share
© 2011-2013 Νέος Αγωνιστής