Άρθρα

Το Κυπριακό ξανά στην επικαιρότητα- Ένα βήμα μπρος ή ένα βήμα προς τον γκρεμό;

Δημιουργήθηκε στις Παρασκευή, 28 Φεβρουάριος 2014

Του Σπύρου Σακελλαρόπουλου*

Η δημοσιοποίηση του κοινού ανακοινωθέντος των ηγετών της ελληνοκυπριακής και της τουρκοκυπριακής κοινότητας έφερε ξανά στη δημόσια σφαίρα το ζήτημα του κυπριακού και της πιθανότητας επίλυσής του. Ήδη εμφανίστηκαν στον Τύπο κείμενα που όχι μόνο υποστηρίζουν την έναρξη αυτής τη διαδικασίας αλλά στην ουσία αναπολούν και τη «χαμένη ευκαιρία» του σχεδίου Ανάν.[1]

Η αφήγηση που υιοθετείται απ' αυτές τις απόψεις λέει περίπου τα εξής: Το Κυπριακό έχει φτάσει σε οριακό σημείο, υπάρχει κίνδυνος να παγιωθεί η διχοτόμηση και γι' αυτό θα πρέπει αποφασιστικά να προχωρήσει η διαδικασία επίλυσής του. Είναι δυσάρεστο που καμία από τις προσπάθειες του παρελθόντος δεν είχε ευτυχή κατάληξη. Μια πιθανή λύση θα ενισχύσει τους δεσμούς συνεργασίας μεταξύ των δύο λαών, επαναφέροντας τη συλλογική μνήμη της συνύπαρξης, πόσο μάλλον που η ελληνοκυπριακή Αριστερά έχει ταχθεί υπέρ της επανέναρξης του διαλόγου.

 

Πριν περάσουμε στην παρουσίαση της δικής μας θέσης,θεωρούμε σημαντικό να απαντήσουμε στην τοποθέτηση αυτή. Καταρχάς δεν γίνεται σαφές γιατί το Κυπριακό έχει φτάσει σε οριακό σημείοόπου έπειτα από αυτό δεν θα μπορέσει να υπάρξει βιώσιμη λύση. Το επιχείρημα της σαραντάχρονης διχοτόμησης (που δεν είναι απλώς διχοτόμηση αλλά εισβολή και κατοχή από τον τουρκικό στρατό) που θα παγιώσει την κατάσταση δεν είναι ορθό ιστορικά. Η συζήτηση συνεχίζεται παρότι έχουν περάσει σαράντα χρόνια από την εισβολή, πενήντα από τη διχοτόμηση που επέφεραν τα γεγονότα το 1964, και πενήντα έξι από τα γεγονότα του '58, που δημιούργησαν ήδη μια γεωγραφική διχοτόμηση. Άρα δεν είναι χρονικό το ζήτημα («τέλος χρόνου») αλλά υλικό (ταύτιση κρατικής οντότητας και νησιού που αντικειμενικά θέτει συγκεκριμένους περιορισμούς), και γι' αυτό δεν μπορούν εύκολα να τεθούν χρονικά όρια στη συζήτηση.

Από την άλλη, το υπονοούμενο πως υπήρχε μια προηγούμενη κοινωνική συνύπαρξη αλλά και πολιτική κοινή δράση στο χώρο της Αριστεράς δεν ανταποκρίνεται με ακρίβεια στην ιστορική εξέλιξη του κυπριακού κοινωνικού σχηματισμού. Η περίοδος εθνογένεσης που χαρακτήρισε τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας είχε ως συνέπεια τη σφυρηλάτηση των διαφορών των δύο εθνοτήτων. Η περίοδος της βρετανικής κυριαρχίας δεν χαρακτηρίστηκε από ένα στάδιο αρμονικής συνύπαρξης που στη συνέχεια μεταλλάχθηκε σε όξυνση των εθνικιστικών αντιπαραθέσεων. Η ύπαρξη μιας ελληνικής πλειονότητας και μιας τουρκικής μειονότητας που η μεν πρώτη έβλεπε την προοπτική της ένωσης με την Ελλάδα ενώ η δεύτερη αρχικά προσκολλήθηκε στους Βρετανούς(πράγμα που δημιούργησε σχέσεις εχθρότητας με τους ελληνοκυπρίους) και στη συνέχεια συνδέθηκε στενά με το τουρκικό κράτος καθόριζε πλήρως την πραγματικότητα στο νησί. Η μία κοινότητα ζούσε σε παραλληλία με την άλλη.

Η συμμετοχή της τουρκοκυπριακής κοινότητας στις εργατικές συντεχνίες και ομοσπονδίες και οριακά στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Κύπρου δεν μπορεί να αναιρέσει αυτή την πραγματικότητα. Το αίτημα για ένωση επικαθόρισε τις εξελίξεις και η κομμουνιστική Αριστερά μαζικοποιήθηκε όταν το υιοθέτησε, ενώ όταν το απεμπόλησε (Διασκεπτική 1947) ή δεν το προώθησε με δυναμικό τρόπο (περίοδος 1955-58) έχασε την πολιτική ηγεμονία. Κι αυτό γιατί η κυπριακή εργατική τάξη είχε να αντιπαλέψει όχι μόνο την εκμετάλλευση από την αστική τάξη αλλά και τις συνέπειες της βρετανικής κυριαρχίας. Σε ό,τι αφορά την κομμουνιστική Αριστερά των τελευταίων τριών δεκαετιών, θα υποστηρίξουμε ότι η κατεύθυνση που έχει υιοθετήσει αφενός αποτελεί ένα ρεφορμιστικό πλαίσιο αφετέρου εντάσσεται σε αυτό που ο Πουλαντζάς έχει ονομάσει «κόμμα του κράτους», και η στάση της στο Κυπριακό έχει επηρεαστεί καθοριστικά από την όσμωσή της με τους κρατικούς μηχανισμούς (μέσω της συμμετοχής σε κυβερνητικά και προεδρικά σχήματα).

Ωστόσο, το πιο σημαντικό είναι αυτό καθεαυτό το περιεχόμενο μιας ευκταίας λύσης. Μια λύση δεν μπορεί να είναι μια οποιαδήποτε λύση αλλά μια λύση βιώσιμη· γιατί βιώσιμη δεν ούτε ήταν η λύση του 1959 ούτε οι προτάσεις που κατατέθηκαν τα τελευταία χρόνια, με αποκορύφωμα το σχέδιο Ανάν, επειδή πολλή στεναχώρια έχει πέσει από ορισμένες πλευρές για την καταψήφισή του από τουςελληνοκυπρίους το 2004. Ωστόσο η αποδοχή του σχεδίου θα είχε τους εξής νικητές: τις ΗΠΑ, διότι με αυτόν τον τρόπο όχι μόνο σταματούσε μια χρόνια διαμάχη μεταξύ δύο μελών της ΝΑ πτέρυγας του ΝΑΤΟ αλλά και γιατί μέσω του «νέου» ΟΗΕ, όπου δεν υπήρχε πια η ανασχετική για τις αμερικάνικες επιδιώξεις παρουσία των σοσιαλιστικών κρατών, θα μπορούσαν να παρεμβαίνουν άμεσα στη διοίκηση του νέου κράτους με τους διορισμούς των αλλοδαπών αξιωματούχων σε καίριους κρατικούς θεσμούς· τηΒρετανία, γιατί έτσι επέκτεινε τα δικαιώματά της στα χωρικά ύδατα της Κύπρου – οι μεταγενέστερες εξελίξεις με την ΑΟΖ ανέδειξαν τους λόγους της βρετανικής επιμονής.

Κερδισμένες επιπλέον θα ήταν οι κυρίαρχες ευρωπαϊκές ελίτ, που ήθελαν το σχέδιο Ανάν για να σταματήσει το εσωτερικό πρόβλημα της Ε.Ε., ώστε να μπορέσει να χρησιμοποιηθεί η Κύπρος αφενός ως οικονομική γέφυρα προς τη Μ. Ανατολή και τη Β. Αφρική και αφετέρου ως χώρος πραγματοποίησης ποικίλων επενδύσεων και δημιουργίας offshore εταιρειών. Όπως νικήτρια θα ήταν και η Τουρκία, διότι με το νέο κράτος θα αποκτούσε πρόσβαση και επιρροή σε μια αναγνωρισμένη θεσμική οντότητα, στην οποία θα μπορούσε να επιδράσει για την εξυπηρέτηση των δικών της συμφερόντων. Πρώτον, θα μπορούσε μέσω των τουρκοκυπρίων να κερδίσει τον πλήρη έλεγχο των Στενών, περιορίζοντας, λόγω της ακύρωσης της συνθήκης του Μοντρέ, τη μέχρι τότε δυναμική του κυπριακού εμπορικού στόλου. Δεύτερον, θα αποκτούσε δικαιώματα οιονεί βέτο στην ηπειρωτική κυπριακή υφαλοκρηπίδα, ενώ μια σειρά από συνθήκες που είχαν υπογραφεί μεταξύ Τουρκίας και «ΤΔΒΚ» θα δέσμευαν το νέο κράτος, πόσο μάλλον που κάποιες αυτές επηρέαζαν τη χρήση του κυπριακού εναέριου χώρου.

Στην πλευρά των ηττημένων βρίσκονταν η Ελλάδα και η Κύπρος. Η Ελλάδα, γιατί έχανε τη δυνατότητα της «δεύτερης Ελλάδας», ενώ τροποποιούνταν δυσμενώς και ο συσχετισμός δύναμης με την Τουρκία. Η Κύπρος, από την άλλη, από κυρίαρχο κράτος μεταβαλλόταν σε ίσο συνέταιρο ενός προτεκτοράτου χωρίς την αποκομιδή ουσιαστικών κερδών πέραν της εδαφικής διευθέτησης εντός μιας συνομοσπονδίας κι όχι ενός λειτουργικού κράτους. Σε ό,τι αφορά τους τουρκοκυπρίους, η αντίστοιχη πολιτική ελίτ θα αποκτούσε αναβαθμισμένο ρόλο εντός ενός μεγαλύτερου και αναγνωρισμένου κράτος, ενώ οι τουρκοκύπριοι επιχειρηματίες δεν θα κινδύνευαν από την ισχυρότερη ελληνοκυπριακή αστική τάξη λόγω όλων των περιορισμών που είχαν προβλεφθεί.

Ωστόσο, για τον τουρκοκυπριακό λαό ούτε η ενσωμάτωσή του σ' ένα προτεκτοράτο ούτε η ένταξη στην Ε.Ε. μπορούσαν να προμηνύουν οτιδήποτε θετικό. Επιπρόσθετα, η υιοθέτηση του σχεδίου Ανάν θα αναπαρήγε, προς το δυσχερέστερο, προβλήματα του συντάγματος του 1960. Θα υπήρχε μια μεγάλη γραφειοκρατική δυσκαμψία λόγω της ύπαρξης τριών διαφορετικών κρατών, ορισμένοι μόνο πρόσφυγες θα επέστρεφαν, και αυτοί σε βάθος χρόνου, ενώ η πληθώρα δυνατοτήτων που είχαν οι τουρκοκύπριοι, είτε από μόνοι τους είτε σε συνεργασία με τους αλλοδαπούς δικαστές, να μπλοκάρουν τις λειτουργίες μιας σειράς σημαντικών οργάνων θα αποσταθεροποιούσε και τους υπόλοιπους θεσμούς.

Η δική μας θέση είναι πως η επίλυση του Κυπριακού θα πρέπει να αποφεύγει τα λάθη του παρελθόντος και κατά συνέπεια να είναι λειτουργική και βιώσιμη. Αυτό όμως είναι αδύνατο από τη στιγμή που δεν γίνεται σαφές ότι στην Κύπρο υπάρχει μια πλειονότητα και μια μειονότητα και δεν μπορεί η μειονότητα να κυριαρχεί επί της πλειονότητας. Αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί εθνικισμός όταν βασίζεται στον απόλυτο σεβασμό των δικαιωμάτων όλων των κατοίκων. Είναι δημοκρατικό και δεν καταπνίγει τα δικαιώματα της μειονότητας. Και θα πρέπει να επισημάνουμε πως όσοι κατεξοχήν μιλάνε για την αλληλεγγύη και την ταξική ενότητα ελληνοκυπρίων και τουρκοκυπρίων εργατών οφείλουν να αναλογιστούν ότι θα είναι εκ προοιμίου ανέφικτη όσο δεν συγκροτείται συνθήκη (ενιαίας) λαϊκής κυριαρχίας και όσο παραμένουμε στα όρια του διζωνικού προτεκτοράτου.

Απέναντι σε όλα αυτά αναδεικνύεται μια –ενίοτε καλοπροαίρετη– ένσταση, σύμφωνα με την οποία η έναρξη του παρόντος διαλόγου δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι η κατάληξη θα είναι μια παραλλαγή του σχεδίου Ανάν. Ωστόσο, αυτή η τοποθέτηση δεν αντιλαμβάνεται δύο σημαντικές παραμέτρους. Πρώτον, οι συσχετισμοί που υπάρχουν σήμερα δεν επιτρέπουν την εκτίμηση πως θα υπάρχει κάποια διαφορετική εξέλιξη. Σε σχέση με το 2004 έχει προκύψει το θέμα των κοιτασμάτων του οικοπέδου 12, ησύμπραξη του Ισραήλ με την Κυπριακή Δημοκρατία στην εκμετάλλευση του φυσικού αερίου, το ενδιαφέρον των ΗΠΑ γι' αυτή την εξέλιξη, η οικονομική κρίση στην Ελλάδα και στην Κύπρο, η ανάδυση στοιχείων πολιτικής κρίσης στην Τουρκία, καθώς και το ανοιχτό ενδεχόμενο σύμπραξης μεταξύ Τουρκίας και Ισραήλ για τη δημιουργία αγωγού μεταφοράς φυσικού αερίου. Απ' όλα αυτά προκύπτει ότι η πλευρά της Ελλάδας και της Κυπριακής Δημοκρατίας βρίσκεται σε δύσκολη θέση, ενώ σχετικάδυσχερής είναι και θέση της Τουρκίας. Αντίθετα, αναβαθμίζεται ο ρόλος του Ισραήλ και των ΗΠΑ στην περιοχή. Κατά συνέπεια, όποιο σχέδιο συνταχθεί θα επικαθορίζεται από τα συμφέροντα των δύο αυτών κρατών και όχι βέβαια από τα συμφέροντα των δύο εθνοτήτων της Κύπρου

Η δεύτερη παράμετρος σχετίζεται με το ίδιο το περιεχόμενο του κοινού ανακοινωθέντος που όχι μόνο αφίσταται από τις σχετικές αποφάσεις του ΟΗΕ περί αποχώρησης των ξένων στρατευμάτων και επιστροφής των προσφύγων, αλλά με τον τρόπο που υπάρχει η αναφορά στο νέο (;) κράτος αφήνεται ανοιχτό το ενδεχόμενο ενός αδύνατου κεντρικού κράτους με δύο ισχυρά συνιστώντα κράτη, όπου η μειονότητα θα μπορεί να μπλοκάρει τη λειτουργία του κεντρικού κράτους λόγω της θεσμοποιημένης υπεραντιπροσώπευσής της.

Συμπερασματικά, το ζήτημα δεν είναι ο διάλογος για την όποια λύση αλλά ο διάλογος για μια λύση που θα είναι μακριά από τα συμφέροντα των ξένων δυνάμεων, θα απαγορεύει την παρουσία των ξένων στρατευμάτων, θα σέβεται τα δικαιώματα της μειονότητας και, το κυριότερο, θα αναφέρεται σε ενιαίο κράτος. Οτιδήποτε άλλο ή θα αναπαραγάγει τα αδιέξοδα του συντάγματος του 1960 ή θα οδηγήσει σε μια μορφή προτεκτοράτου.


[1] Χαρακτηριστικά από αυτή την άποψη είναι το άρθρο των Σ. Αναγνωστοπούλου, Α. Ζαχαριάδη και Χ. Καραγιαννίδη «Ας δώσουμε στην ελπίδα την τελευταία της ευκαιρία», που αναρτήθηκε στο rednotebook.gr, καθώς και το άρθρο του Β. Ιωακειμίδη «Η Κύπρος, η επίλυση και η "τιμή της ελληνικής αριστεράς"», που δημοσιεύτηκε στην Εποχή στις 2.2.2014.

(Πηγή: ektosgrammis.gr)

Share
© 2011-2013 Νέος Αγωνιστής