Άρθρα

20 χρόνια από το θάνατό του Ανδρέα Παπανδρέου

Δημιουργήθηκε στις Τετάρτη, 22 Ιούνιος 2016

Ανδρέας Παπανδρέου : Ο ανολοκλήρωτος αγώνας για εθνική ανεξαρτησία-λαϊκή κυριαρχία-κοινωνική απελευθέρωση1

του Βασίλη Ασημακόπουλου 

Στη μνήμη του Γιώργου Παναγιωτακόπουλου που έφυγε πρόσφατα, αν και μάλλον θα διαφωνούσε με την κριτική προσέγγιση και το συμπέρασμα του κειμένου.

Όταν συγκροτούσαμε τη συλλογικότητα Νέος Αγωνιστής το 2006-2007, την περίοδο της πάλης ενάντια στην αναθεώρηση του αρ. 16 του Συντάγματος, επειδή ήμασταν και αρκετοί δικηγόροι για τα αριθμητικά δεδομένα της συλλογικότητας, κάνοντας χρήση νομικής ορολογίας λέγαμε ότι αποδεχόμασταν την πολιτική κληρονομιά του Ανδρέα Παπανδρέου (Α.Π. στο εξής) όχι στο σύνολό της, αλλά επ’ ωφελεία απογραφής (αρ. 1901 Α.Κ. επ.). Αποτιμούσαμε δηλαδή την πολιτική διαδρομή του Α.Π., ως προϊόν του ιστορικού πλαισίου της εποχής που έδρασε με ιδεολογική, πολιτική και οργανωτική συνεισφορά στην ελληνική αριστερά, με θετικά και αρνητικά σημεία, πέρα από αφοριστικές ή συνωμοσιολογικές προσεγγίσεις των αντιπάλων του ή μεταφυσικές ιδιότητες που του προσέδιδαν οι οπαδοί του. Σαφώς όμως εντάσσαμε τη συλλογικότητά μας εντός του θεωρητικού πλαισίου που μορφοποίησε ο Α.Π. και αποτελούσε συνάρθρωση νεομαρξιστικών ρευμάτων με εθνολαϊκές και δημοκρατικές παραδόσεις, σε μια ενότητα του εθνικού με το κοινωνικό ζήτημα2. Το ανωτέρω θεωρητικό πλαίσιο σε συνδυασμό με τη συγκεκριμένη πολιτική δράση του Α.Π. εγγράφηκε στο όνομα Παπανδρέου και για ένα ευρύ τμήμα των κυριαρχούμενων κοινωνικών τάξεων σηματοδότησε τον αγώνα για εθνική αξιοπρέπεια, δημοκρατία και κοινωνική δικαιοσύνη. Μια δηλαδή εκδοχή ταξικής σοσιαλδημοκρατίας στις δοσμένες συνθήκες του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού3. Στο παρόν κείμενο και ως μικρή συνεισφορά και συμμετοχή στη σχετική συζήτηση που γίνεται με αφορμή τα 20 χρόνια από τον θάνατο του Α.Π., θα επιχειρήσουμε μια μικρή σκιαγράφηση ορισμένων βασικών ιδεολογικοπολιτικών συντεταγμένων του Α.Π. μέσα από κείμενα γραμμής της περιόδου 1975-1977 που κυκλοφόρησαν στη φάση του υπό διαμόρφωση ΠΑΣΟΚ κατά την έντονη εσωκομματική πάλη των ετών 1975 και 1976, οριοθετώντας παράλληλα το ΠΑΣΟΚ, από άλλα διεθνή ρεύματα της παραδοσιακής, ανανεωτικής ή σοσιαλδημοκρατικής αριστεράς της εποχής και τις εγχώριες εκφράσεις τους. Στο συγκεκριμένο κείμενο θα εστιάσουμε στον θεωρητικό και ιδεολογικο-πολιτικό καθοδηγητή Α.Π. και όχι στα κυβερνητικά πεπραγμένα, ούτε στα στενά κομματικά δρώμενα4.

Η κεντρικότητα του Α.Π. στο ΠΑΣΟΚ, δεν οφείλεται μόνον στην επικρατούσα πολιτική κολτούρα που διέπει τον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό σε σχέση με τα αρχηγικά κόμματα, αποτέλεσμα της αργόσυρτης μονοπωλιακής συσσώρευσης κεφαλαίου, του χαμηλού σχετικά βαθμού συγκέντρωσης-συγκεντροποίησης του κεφαλαίου και της παραγωγής, της διάσπαρτης, εκτεταμένης και αναπαραγώμενης μικροϊδιοκτητικής κοινωνικής δομής της περιόδου 1950-1990, που ενισχύει το ατομικό στοιχείο σε σχέση με την οργανωμένη συλλογικότητα, η οποία τείνει να ενοποιείται στο πρόσωπο και όχι στο θεσμικό συλλογικό χαρισμά ή με βεμπεριανούς όρους στην καθημερινοποίηση του χαρίσματος. Αντανακλά επιπλέον τους συγκεκριμένους όρους εξέλιξης του πολιτικού αγώνα την περίοδο 1964-1974, που είχαν σαν αποτέλσμα τη συγκρότηση του ΠΑΣΟΚ, ως πολιτικού σχηματισμού της σοσιαλιστικής αριστεράς.

Μέχρι το 1974 η κομμουνιστική παράδοση ήταν απολύτως κυρίαρχη στο χώρο της ελληνικής αριστεράς, σε αντίθεση με τα συμβαίνοντα σε άλλους ευρωπαϊκούς κοινωνικούς σχηματισμούς, όπου η αριστερά συνήθως εκπροσωπούνταν τόσο από το κομμουνιστικό ρεύμα με τις διάφορες παραλλαγές του, όσο και από το σοσιαλιστικό/σοσιαλδημοκρατικό ρεύμα. Στην Ελλάδα διακριτός πολιτικός και οργανωμένος χώρος της σοσιαλιστικής αριστεράς με στοιχειώδη μαζικότητα και κοινωνική γείωση δεν υπήρξε μέχρι το 1974. Οι σοσιαλιστές κινούνταν μεταξύ της αριστερής πτέρυγας του βενιζελισμού με χαρακτηριστικότερους εκπροσώπους τους Παπαναστασίου, Καφαντάρη, Σοφιανόπουλο κ.α. και της τάσης για συνεργασία με το υπό κομμουνιστική ηγεμονία αριστερό κίνημα όπως οι Χωμενίδης, Σβώλος κα5.

Χαρακτηριστικό της ηγεμονικής παρουσίας, του τριτοδιεθνιστικού ρεύματος στην ελληνική αριστερά, με όρους σχεδόν αποκλειστικότητας, είναι ότι ενώ κυκλοφορούσαν ποικίλες μεταφράσεις των έργων του Λένιν, Τρότσκυ, Στάλιν, Μάο κ.α., αλλά και στρουκτουραλιστών ή ευρωκομμουνιστών διανοουμένων του δυτικού μαρξισμού (Αλτουσέρ, Πουλαντζάς, Άντερσον κ.α.), ειδικά την περίοδο της έκρηξης του πολιτικού βιβλίου στην πρώτη μεταπολιτευτική περίοδο, δεν κυκλοφορούσαν σχεδόν καθόλου (με εξαίρεση λίγες μεταφράσεις από τις εκδόσεις Αναγνωστίδη το 1945) κείμενα των θεωρητικών της 2ης Διεθνούς της περιόδου της κλασικής ή μαρξιστικής σοσιαλδημοκρατίας (1889-1914) ή πολύ περισσότερο της λεγόμενης 21/2 Διεθνούς (αριστερή σοσιαλδημοκρατία του μεσοπολέμου). Ο λόγος ήταν η απόλυτη κυριαρχία της κομμουνιστικής αριστεράς και της σχετικής της φιλολογίας και δευτερευόντως για την περίοδο μετά το 1974 η αντιπαλότητα του Α.Π. και του ιδεολογικο-πολιτικού ρεύματος ΠΑΚ/ΠΑΣΟΚ με τη δυτικοευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία εκείνης της περιόδου (μη μαρξιστική παραδοσιακή σοσιαλδημοκρατία, περίοδος μετά το συνέδριο του SPD στο Bad Godesberg, 1959)6, που οδηγούσε στην άρνηση της δευτεροδιεθνιστικής-σοσιαλδημοκρατικής ταυτότητας, στην οποία περιλαμβανόταν και η αγνόηση της προπολεμικής μαρξιστικής παράδοσής της και στην καθ’ όλα σημαντική αλλά μονοδιάστατη και περιορισμένη αναπαραγωγή και μεταφορά των αναλυτικών σχηματικών των νεομαρξιστών θεωρητικών της εξάρτησης (Αμίν, Γκούντερ Φρανκ κλπ) και του χώρου του ανεξάρτητου σοσιαλιστικού περιοδικού Monthly Review (Σουήζυ-Μπαράν). Στο σημείο αυτό είναι σχεδόν υποχρεωτική μια πολύ συνοπτική – κατ’ ανάγκη- παρουσίαση της θεωρητικής εξέλιξης και διαδρομής του Α.Π.

Ο αριστερίζων-τροτσκίζων φοιτητής στα τέλη της δεκαετίας του ’30 στην Αθήνα εξελίσσεται σε φιλελεύθερο διανοούμενο της αριστερής πτέρυγας του δημοκρατικού κόμματος των ΗΠΑ στα τέλη της δεκαετίας του ’507. Μέσα από την εμπειρία της κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής πάλης στην Ελλάδα της δεκαετίας του ’60, όπου συμμετέχει ενεργά και πρωταγωνιστικά ως δρων υποκείμενο8, αλλά και δεχόμενος επιρροές των ριζοσπαστικοποιημένων κοινωνικών σχηματισμών της Δύσης και ειδικότερα πανεπιστημιακών περιβαλλόντων, ο Ανδρέας Παπανδρέου μετατρέπεται στα τέλη της δεκαετίας του ’60- αρχές ’70 σε νεομαρξιστή θεωρητικό της πράξης. Εντάσσεται στο ιδεολογικό ρεύμα των θεωριών της εξάρτησης, μέσα από τα σχήματα της μητρόπολης-περιφέρειας. Επηρεάζεται έντονα από θεωρητικούς όπως ο Σαμίρ Αμίν, ο Πωλ Σουήζυ, ο Αντρέ Γκούντερ Φρανκ από τη νεομαρξιστική σχολή της Μηνιαίας Επιθεώρησης (Monthly Review), και την αντίστοιχη λατινοαμερικάνικη σχόλη της θεωρίας της εξάρτησης, από την εμπειρία των εθνικοαπελευθερωτικών-αντιιμπεριαλιστικών κινημάτων του Τρίτου Κόσμου και από τη νέα αριστερά των κοινωνικών κινημάτων των μητροπόλεων του καπιταλισμού9. Ειδικότερα στο έργο του Πατερναλιστικός Καπιταλισμός (1972) είναι επηρεασμένος από το έργο Μονοπωλιακός Καπιταλισμός (1966) των εκδοτών του Monthly Review Μπαράν-Σουήζυ για τη θέση της μονοπωλιακής επιχείρησης και ιδιαίτερα της πολυεθνικής στο σύγχρονο καπιταλιστικό σύστημα και τον έλεγχο που μπορεί να ασκήσει στην πολιτική εξουσία και τη διοίκηση10. Στο έργο του Ιμπεριαλισμός και Οικονομική Ανάπτυξη (1975), επηρεασμένος από τις θέσεις των θεωρητικών της εξάρτησης Αμίν και Φρανκ ασκεί έντονη κριτική στις αναπτυξιακές θεωρίες εκσυγχρονισμού του Ρόστοου (The Stages of Economic Growth. A non-communist manifesto, 1960). Ήδη στο κείμενό του που δημοσιεύεται στο Monthly Review (Δεκέμβριος 1972) με τίτλο The Takeover of Greece (Η κατάληψη της Ελλάδας) και ακόμα πιο έντονα στο κείμενό του που δημοσιεύεται στο Monthly Review (Φεβρουάριος 1974) με τίτλο Greece : The November Uprising (Η σημασία της λαϊκής εξέγερσης του Νοέμβρη, όπως μεταφράστηκε στα ελληνικά) αναλύει το ρόλο του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού στην ελληνική περίπτωση και προσδιορίζει τον αγώνα του ΠΑΚ ως αντιιμπεριαλιστικό-εθνικοαπελευθερωτικό-σοσιαλιστικό 11. Η ριζοσπαστική ιδεολογικοπολιτική εξέλιξη του Α.Π. της περιόδου 1968-1974 μορφοποιείται και οργανωτικά με τον διαχωρισμό των οργανώσεων ΠΑΚ - Φίλοι ΠΑΚ και ΕΔΗΝ στο εξωτερικό την περίοδο 1971-197212 και με την απόφαση συγκρότησης ενός μαζικού σοσιαλιστικού κόμματος13 καταλήγοντας στη διακήρυξη της 3ης Σεπτέμβρη 1974.

Στη δίχρονη εσωκομματική πάλη στο ΠΑΣΟΚ κατά τα έτη 1975, 1976 και ως αποτέλεσμα αυτής ο Α.Π. επιχειρεί και με γραπτές παρεμβάσεις του να οριοθετήσει τον ιδεολογικοπολιτικό χώρο του ΠΑΣΟΚ απέναντι σε άλλα ρεύματα της αριστεράς εκείνης της περιόδου, τα οποία ασκούσαν επιρροή στο υπό διαμόρφωση ΠΑΣΟΚ κυρίως στους μαζικούς χώρους. Τα κείμενα έχουν ατομικό χαρακτήρα και όχι συλλογικό, δεδομένου ότι το ΠΑΣΟΚ για μια διετία Ιούνιος 1975 (διάλυση Κεντρικής Επιτροπής λόγω της κρίσης με τα στελέχη που προέρχονταν από την Δημοκρατική Άμυνα ή επηρεάζονταν ιδεολογικοπολιτικά από το συγκεκριμένο χώρο) -Ιούλιος 1977 (Πανελλήνια Συνδιάσκεψη) στερείται κεντρικού καθοδηγητικού οργάνου. Δεν υφίσταται Κεντρική Επιτροπή. Μεσούσης λοιπόν της εσωκομματικής πάλης και στην ολοκλήρωσή της ο Α.Π. παρεμβαίνει με τέσσερα κείμενα δημοσιευμένα στην κομματική εφημερίδα Εξόρμηση14, επιχειρώντας την οριοθέτηση του ιδεολογικοπολιτικού χώρου του ΠΑΣΟΚ ως ένα μάχιμο ρεύμα της νεομαρξιστικής σοσιαλιστικής αριστεράς, τοποθετούμενο εκτός και πέραν της παραδοσιακής αριστεράς.

Στο 1ο κατά σειρά χρονολογικής δημοσίευσης κείμενο, ο Μαρξ, ο Λένιν και η «δικτατορία του προλεταριάτου» (Παπανδρέου Α., 1976 : 223 επ. ), ο Α.Π. επιχειρεί να οριοθετήσει το ΠΑΣΟΚ από μια συγκεκριμένη πτυχή του λενινισμού και συγκεκριμένα από το ζήτημα της πρωτοπορίας της εργατικής τάξης και της πρωτοπορίας του κόμματός της και ειδικότερα της ηγετικής γραφειοκρατίας του. Ο Α.Π. αισθάνεται την ανάγκη να ξεκαθαρίσει τη θέση του υπό διαμόρφωση ΠΑΣΟΚ στο συγκεκριμένο ζήτημα της τριτοδιεθνιστικής θεωρίας και πρακτικής, καθώς η γενικότερη ηγεμονία της κομμουνιστικής παράδοσης στην ελληνική αριστερά, σ’ εκείνη τη φάση της εσωκομματικής πάλης εσωτερικεύεται ειδικότερα σε δύο ομαδοποιήσεις του ΠΑΣΟΚ. Στις τροτσκιστικές συσπειρώσεις και εν μέρει στο ΠΑΚ εξωτερικού που κινείται μεταξύ τριτοδιεθνισμού και νεομαρξισμού.

Αφού εξάρει την προσωπικότητα του Λένιν και τα επιτεύγματα της Σοβιετικής Ένωσης χωρίς να κάνει πιο συγκεκριμένες αναφορές, ο ΑΠ αναφέρει ότι ο Μαρξ μετά την εμπειρία της παρισινής κομμούνας (1871), αναφέρεται (στο γράμμα προς τον Κούγκελμαν 12-4-1871) στην επανάσταση του λαού και όχι στην επανάσταση του προλεταριάτου. Ο Λένιν, πάντα κατά τον Α.Π., ερμηνεύει τη συγκεκριμένη αναφορά του Μαρξ επισημαίνοντας ότι κατά την περίοδο της Παρισινής Κομμούνας, το προλεταριάτο δεν αποτελούσε την πλειοψηφία του λαού σε καμία χώρα της Ευρώπης. Παρά το γεγονός ότι και στη Ρωσία του 1917 το προλεταριάτο μπορεί να ήταν σημαντικά συγκεντροποιημένο, δεν ήταν όμως πλειοψηφία του λαού, εντούτοις ο Λένιν επιμένει στη θέση του για τον πρωτοποριακό ρόλο του προλεταριάτου, ο οποίος θεμελιώνεται στο γεγονός ότι είναι η μόνη κοινωνική τάξη που έχει αντικειμενικό συμφέρον την κατάργηση του καπιταλισμού και συνεπώς για τους συγκεκριμένους υλικούς λόγους θα αγωνιστεί αταλάντευτα μέχρι την τελική ανατροπή των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής εφόσον έχει σωστή καθοδήγηση. Ο πρωτοποριακός ρόλος του προλεταριάτου στη μετεπαναστατική Ρωσία λαμβάνει τη μορφή της κρατικής μηχανής όργανο ηγεμονίας και ελέγχου από το προλεταριάτο σε βάρος των υπόλοιπων εκμεταλλευόμενων κοινωνικών τάξεων και κυρίως των αγροτικών στρωμάτων. Στην περίπτωση της Ρωσίας αυτό σήμαινε ηγεμονία μιας μικρής μειοψηφίας πάνω σε μια τεράστια λαϊκή μάζα, που οδήγησε στη μεγάλη σύγκρουση ανάμεσα στο προλεταριάτο και την αγροτική τάξη την περίοδο που ακολούθησε τη ΝΕΠ στη Σοβιετική Ένωση και οδήγησε στην πράξη κατά τη σταλινική περίοδο στην υποταγή της αγροτικής τάξης στο προλεταριάτο και στην υποταγή του προλεταριάτου στην κομματική γραφειοκρατία. Γιατί σύμφωνα με τον Α.Π. δεν ήταν ούτε το προλεταριάτο που κατέκτησε την εξουσία, αλλά η «πρωτοπορία της πρωτοπορίας», δηλαδή ο κομματικός μηχανισμός στα πλαίσια του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, θέτοντας τα θεμέλια για την ανάδειξη μιας νέας άρχουσας κάστας, που με την πάροδο του χρόνου όλο και πιο πολύ παίρνει τη μορφή της άρχουσας τάξης (Παπανδρέου Α., 1976 : 225).

Η εξέλιξη αυτή σύμφωνα με τον Α.Π. οδήγησε σ’ έναν απόλυτο συγκεντρωτισμό, θέτοντας τα θεμέλια για ενδεχόμενη την παλινόρθωση του καπιταλισμού στη Σοβιετική Ένωση, καθώς στον οικονομικό μηχανισμό της ΕΣΣΔ δεν υπάρχουν δομές που να θεμελιώνουν την περιφερειακή αποκέντρωση, την κοινωνικοποίηση, την αυτοδιαχείριση, οι οποίες οδηγούν στην κοινωνική απελευθέρωση του προλεταριάτου και όλου του εκμεταλλευόμενου λαού. Ο Α.Π. καταλήγει ότι για το ΠΑΣΟΚ η έννοια της λαϊκής κυριαρχίας, όσο και της κοινωνικής απελευθέρωσης έρχονται σε ριζική αντίθεση τόσο με την παντοδυναμία της κομματικής γραφειοκρατίας, όσο και με την παντοδυναμία οποιασδήποτε φωτισμένης πρωτοπορίας (Παπανδρέου Α., 1976 : 228).

Στο 2ο κατά χρονολογική σειρά κείμενο, Ο ευρωκομμουνισμός δεν είναι ο δρόμος για τον σοσιαλισμό στην Ελλάδα, ο Α.Π. ασκεί κριτική στο ευρωκομμουνιστικό εγχείρημα είτε με την εκδοχή του ιστορικού συμβιβασμού του Μπερλιγκουέρ και του Κ.Κ.Ι. το 1973 (Μπερλινγκουέρ Ε., 1977), είτε με την εκδοχή του Κοινού Προγράμματος Σοσιαλιστών-Κομμουνιστών στη Γαλλία το 197215. Ο Α.Π. θεωρεί ότι και τα δύο προγράμματα οδηγούν στη σοσιαλδημοκρατικοποίηση των ευρωκομμουνιστικών κομμάτων και μάλιστα με όρους μπερνσταϊνισμού, δηλαδή της παραδοσιακής –μεταπολεμικής – σοσιαλδημοκρατίας εκείνης της εποχής. Μιας σοσιαλδημοκρατίας που αποδέχεται το καπιταλιστικό σύστημα και κινείται στην κατεύθυνση οικοδόμησης ενός κοινωνικού συμβολαίου με υλικές και θεσμικές παραχωρήσεις για τους εργαζόμενους στο πλαίσιο της κοινωνικής αναπαραγωγής του καπιταλιστικού συστήματος, ένας «εξανθρωπισμένος» καπιταλισμός. Ο Α.Π. θεωρεί ότι αμφότερα τα συγκεκριμένα ευρωκομμουνιστικά εγχειρήματα είναι καταδικασμένα να αποτύχουνε γιατί λόγω της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης, το σύστημα δεν έχει τη δυνατότητα να προβεί σε παραχωρήσεις προς τους εργαζόμενους, καθώς δεν βρίσκεται σε κύκλο ανάπτυξης, αλλά ύφεσης. Η δυναμική του μονοπωλιακού καπιταλισμού είναι προς την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή προς την αναίρεση των κατακτήσεων των εργαζομένων. (Παπανδρέου Α., 1980 : 16-17)

Ο Α.Π. κάνει μια διάκριση μεταξύ του ιστορικού συμβιβασμού και του κοινού προγράμματος, τονίζοντας ότι ο Μπερλινγκουέρ έχει μια πολιτική ειλικρίνεια. Δεν ισχυρίζεται ότι με την στρατηγική του ιστορικού συμβιβασμού, την ανακωχή της πάλης των τάξεων, θα προχωρήσει στο σοσιαλισμό, απλά εκτιμά ότι μέσω της ταξικής συνεργασίας και της λιτότητας που θα αποδεχθεί η ιταλική εργατική τάξη για την υπέρβαση της κρίσης του καπιταλισμού, η ιταλική αστική τάξη θα της παραχωρήσει θεσμικά ανταλλάγματα και ότι το ΚΚΙ θα θεωρηθεί νομιμοποιημένος διεκδικητής της εξουσίας και «φυσιολογική» πολιτική δύναμη. Ο Α.Π. θεωρεί ότι η δυναμική του μονοπωλιακού καπιταλισμού είναι τέτοια που η ιταλική αστική τάξη δεν θα κάνει καμία παραχώρηση στην εργατική τάξη και το ΚΚΙ, καθώς η κίνηση είναι προς τον θεσμικό αυταρχικό συγκεντρωτισμό και όχι προς τον εκδημοκρατισμό του κράτους και της οικονομίας. Η συγκεκριμένη δυναμική του μονοπωλιακού καπιταλισμού θα οδηγήσει σε αποτυχία της στρατηγικής του ιστορικού συμβιβασμού και προοπτικά στην ιδεολογική σοσιαλδημοκρατικοποίηση του ΚΚΙ, εκτιμά ο Α.Π. (Παπανδρέου Α., 1980 : 4-5)

Για τη στρατηγική του Κοινού Προγράμματος, που είναι μια επιθετική κίνηση, σε αντίθεση με την αμυντική του ιστορικού συμβιβασμού, οριζόμενη ως ένα ενδιάμεσο μεταβατικό στάδιο, όπου θεμελιώνεται η πορεία προς το σοσιαλισμό, ο Α.Π. θεωρεί ως αδύνατο σημείο του Κοινού Προγράμματος την αντίληψη για την ουδετερότητα του κράτους δεδομένου ότι αποτελεί θεματοφύλακα αναπαραγωγής του μονοπωλιακού καπιταλισμού στις εθνικές και διεθνικές του διαπλοκές. Ο κρατικός μηχανισμός της Γαλλίας, ενταγμένος στην ΕΟΚ που είναι λέσχη πολυεθνικών μονοπωλίων και στο ΝΑΤΟ που είναι μηχανισμός εξαναγκασμού υπέρ της ελεύθερης κίνησης των πολυεθνικών μονοπωλίων στον ατλαντικό χώρο, θα είναι αυτός που θα μετατρέψει ένα σοσιαλιστικό πρόγραμμα μετάβασης σ’ ένα σοσιαλδημοκρατικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων στο πλαίσιο του καπιταλισμού, από τη στιγμή που ρητά το Κοινό Πρόγραμμα δεν θέτει θέμα εξόδου από το ΝΑΤΟ και την ΕΟΚ. (Παπανδρέου Α., 1980 : 15-16). Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Α.Π. για το Κοινό Πρόγραμμα « Δεν αμφισβητούμε την πρόθεση. Αμφισβητούμε την δυνατότητα» (Παπανδρέου Α., 1980 : 16).

Πυρήνας και των δύο ευρωκομμουνιστικής έμπνευσης στρατηγικών, στην απαισιόδοξη και στην αισιόδοξη εκδοχή, είναι η αποδοχή των γεωπολιτικών τετελεσμένων της κίνησης εθνικών κοινωνικών σχηματισμών μετά το β΄ παγκόσμιο πόλεμο. Και είναι η αποδοχή τελικά αυτή που θα οδηγήσει και στην αποτυχία. Για τον Α.Π. εγχειρήματα σοσιαλιστικής μετάβασης είναι εξ αντικειμένου πιο πιθανά στον ευρωπαϊκό νότο (Πορτογαλία, Ισπανία, Ελλάδα) γιατί η αποσύνδεσή τους από τους μηχανισμούς του πολυεθνικού μονοπωλιακού κεφαλαίου είναι πιο εύκολη, επειδή οι οικονομίες τους δεν είναι στον ίδιο βαθμό διεθνώς ενσωματωμένες και ειδικότερα δεν είναι ενταγμένες στην ΕΟΚ των μονοπωλίων. Ο ευρωκομμουνιστικός δρόμος όμως για το κρίσιμο θέμα της δημοκρατικής και ειρηνικής μετάβασης στον σοσιαλισμό δεν δίνει καμία απάντηση σε μια χώρα σαν την Ελλάδα, καταλήγει ο Α.Π. (Παπανδρέου Α., 1980 : 17).

Αυτή φαίνεται να είναι και μια απάντηση στη θέση του ΚΚΕ εσωτερικού εκείνη την περίοδο για Εθνική Αντιδικτατορική Δημοκρατική Ενότητα (ΕΑΔΕ), που ήταν μια προσπάθεια μεταφοράς της στρατηγικής του ιστορικού συμβιβασμού στην πραγματικότητα του εγχώριου πολιτικού αγώνα. Μια κίνηση ταξικής συνεργασίας που αποτυπωνόταν στο πολιτικό επίπεδο στη θεωρία των τριών κύκλων για την ενότητα που προέβλεπε ένα κυρίαρχο εξωτερικό αντιδικτατορικό μέτωπο με ισότιμη συμμετοχή μέρους της δεξιάς, ένα ενδιάμεσο αντιδεξιό και ένα εσωτερικό της ευρείας αριστεράς (1ο/9ο συνέδριο ΚΚΕ εσ., 1976).

Στο 3ο κείμενο, Η εθνική ανεξαρτησία βασικός στόχος, ο Α.Π, επιχειρεί να σκιαγραφήσει τον εθνικό και δημοκρατικό δρόμο για τον σοσιαλισμό, ως τη στρατηγική της σοσιαλιστικής μετάβασης του ΠΑΣΟΚ, προσαρμοσμένη στις ιδιαίτερες εθνικές και κοινωνικές συνθήκες της χώρας, οι οποίες προσδιορίζονται από τη συγκεκριμένη κοινωνική δομή, το συγκεκριμένο συσχετισμό πολιτικών δυνάμεων και το συγκεκριμένο στάδιο οικονομικής ανάπτυξης. Σύμφωνα με το θεωρητικό σχήμα της μητρόπολης-περιφέρειας που ρητώς το αναφέρει ως θεμέλιο ιδεολογικό λίθο του ΠΑΣΟΚ, η Ελλάδα είναι μια χώρα περιφερειακή (περιθωριακή όπως αναφέρει) του παγκόσμιου καπιταλισμού πάντα σε συσχέτιση με κάποιο κέντρο ή μητροπολιτικά κέντρα του παγκόσμιου καπιταλισμού. Κρίσιμο δηλαδή στοιχείο για τον Α.Π. είναι το στοιχείο της συσχέτισης. Ο Α.Π. θεωρεί ότι σε κοινωνικούς σχηματισμούς όπως ο ελληνικός, ενώ ο καπιταλισμός είναι κυρίαρχος τρόπος παραγωγής, δεν τείνει να γίνει αποκλειστικός. Απεναντίας αναπαράγονται εντός του διευρυμένα μικροαστικά στρώματα και τάξεις της απλής εμπορευματικής παραγωγής. Η ανάσχεση της καπιταλιστικής ολοκλήρωσης σε σχηματισμούς όπως ο ελληνικός, δηλαδή περιφερειακούς, είναι αποτέλεσμα τριών μηχανισμών. Της άνισης ανταλλαγής (δυσμενείς όροι εμπορίου), της άμεσης μεταφοράς κοινωνικού πλεονάσματος και της καθοδήγησης της οικονομίας της περιφέρειας από μητροπολιτικά κέντρα αποφάσεων. Ο μητροπολιτικός καπιταλισμός εμποδίζει την ολοκληρωμένη καπιταλιστική ανάπτυξη της περιφέρειας γιατί στη βάση της υπανάπτυξής της στηρίζει την αναπαραγωγή του ως κυρίαρχος, ηγεμονικός, ιμπεριαλιστικός. Η συγκεκριμένη συσχέτιση μητρόπολης-περιφέρειας είναι μια αντικειμενική διαδικασία, που δομείται στη βάση της συσσώρευσης σε παγκόσμια κλίμακα. Γι’ αυτό και η πάλη των τάξεων σε διεθνή πλαίσια λαμβάνει τη μορφή της σύγκρουσης για την ανατροπή της συσχέτισης μητρόπολης-περιφέρειας, που ανάγει την πάλη για την εθνική απελευθέρωση σε πόλο συσπείρωσης των αγώνων που οδηγούν στην κοινωνική αλλαγή. Η ισότιμη συμμαχία ανάμεσα στους εργαζομένους, στις κοινωνικές τάξεις που αποτελούν αντικείμενο εκμετάλλευσης από το πολυεθνικό μονοπωλιακό κεφάλαιο και τους εσωτερικούς κοινωνικούς συμμάχους του, την εσωτερική μεγαλοαστική και μεταπρατική αστική τάξη, αποβλέπει σ’ έναν δρόμο ανάπτυξης που βρίσκεται σε ρήξη με τα μητροπολιτικά κέντρα και τη συσχέτιση μ’ αυτά. Γι’ αυτό και η υλοποίησή του συνδέεται με την πορεία προς την εθνική απελευθέρωση. (Παπανδρέου Α., 1980 : 24-25). Είναι σαφές ότι ο Α.Π. στο σημείο αυτό είναι βαθιά επηρεασμένος από την άνοδο και τις νίκες των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων του Τρίτου Κόσμου και κινείται σε αντιιμπεριαλιστική γραμμή, ενότητας του εθνικού με τον κοινωνικό αγώνα σε υλιστική βάση προσέγγισης.

Ακολούθως προχωρά στην καταγγελία του «διεθνισμού» του πολυεθνικού μονοπωλιακού κεφαλαίου, αλλά και των θεσμών του Δ.Ν.Τ., της παγκόσμιας τράπεζας και της ΕΟΚ, ως μορφώματα της ιμπεριαλιστικής φάσης του καπιταλισμού. Το ανατολικό μπλοκ το χαρακτηρίζει ως μηχανισμό ελέγχου της πορείας των συγκεκριμένων χωρών στο πλαίσιο του συστήματος ασφαλείας της Σοβιετικής Ένωσης, όπως αντίστοιχα και το δυτικό μπλοκ, με μια όμως ουσιώδη διαφορά. Θεωρεί ότι το δυτικό μπλοκ από την ιμπεριαλιστική του φύση έχει οργανικά επεκτατικό χαρακτήρα σε αντίθεση με το ανατολικό μπλοκ που λόγω των συγκεκριμένων οικονομικών μηχανισμών του βρίσκεται σε θέση άμυνας. Τέλος αναφέρεται στα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά που έλαβε η εξάρτηση στην Ελλάδα, αναφερόμενος στο πολιτικό εποικοδόμημα (Παπανδρέου Α., 1980 : 26-28).

Σύμφωνα με τον ΑΠ η εξάρτηση και συγκεκριμένα ο μηχανισμός εσωτερίκευσής της στο πλαίσιο μιας τυπικά ανεξάρτητης πολιτείας, είναι το αντίστοιχο της ανοιχτής αποικιακής σχέσης της προηγούμενης φάσης του καπιταλισμού. Για τον έλεγχο και την αναπαραγωγή του εξαρτημένου κράτους χρησιμοποιούνται από τα μητροπολιτικά κέντρα τρεις μέθοδοι. Η πρώτη είναι μέσω των διεθνών συνθηκών και συμμαχιών. Η δεύτερη μέθοδος μέσω του μηχανισμού της διάβρωσης θεσμών, κομμάτων, δημόσιων λειτουργών, αξιωματικών και διανοουμένων ως μια κατά βάση αντικειμενική διαδικασία υπό τη μορφή της τεχνοκρατίας. Αυτό κατά τον Α.Π. είναι το κλειδί της αναπαραγωγής του μηχανισμού της εξάρτησης. Περαιτέρω ο ΑΠ κάνει ειδική μνεία για τον κίνδυνο που συνιστά το φαινόμενο της πολιτιστικής διείσδυσης ως μια μορφή πολιτισμικού ιμπεριαλισμού, που οδηγεί στην ενσωμάτωση ευρύτατα λαϊκά στρώματα. Αυτή είναι η τρίτη μέθοδος που χρησιμοποιείται από τα μητροπολιτικά κέντρα για την αναπαραγωγή του μηχανισμού της εξάρτησης. Ολοκληρώνοντας την παρέμβασή του ο Α.Π. τονίζει ότι το πέρασμα στον σοσιαλισμό, συμπίπτει με τον αγώνα για εθνική ανεξαρτησία (Παπανδρέου Α., 1980 : 29-30, 35).

Στο 4ο και τελευταίο κείμενο, Ο ελληνικός δρόμος για τον σοσιαλισμό, ο Α.Π. αναφέρεται σε ορισμένα ειδικότερα ζητήματα του εθνικού και δημοκρατικού δρόμου για το σοσιαλισμό. Προχωρά στη διάκριση μεταξύ κυβέρνησης και εξουσίας, προφανώς έχοντας την εμπειρία της περιόδου 1964-1965 στην Ελλάδα με την εκλογική νίκη της Ε.Κ. και την ανατροπή της στη συνέχεια, όσο και του εγχειρήματος του δημοκρατικού δρόμου για τον σοσιαλισμό στη Χιλή16, τονίζοντας ότι η είσοδος στην κυβέρνηση μετά από μια εκλογική νίκη, αποτελεί σημαντική καμπή στην πάλη του λαϊκού κινήματος για την κατάληψη της εξουσίας (Παπανδρέου Α., 1980 : 39-41).

Στη συνέχεια δηλώνει ότι για το ΠΑΣΟΚ δεν τίθεται ζήτημα σταδίων της διαδικασίας μετάβασης, καθώς η διατύπωση της 3ης Σεπτέμβρη άφηνε τη δυνατότητα μιας τέτοιας ερμηνείας. Ο Α.Π. ξεκαθαρίζει ότι ο αγώνας για την εθνική ανεξαρτησία βρίσκεται σε δυναμική αλληλεξάρτηση με τη διαδικασία ολοκλήρωσης της λαϊκής κυριαρχίας, αλλά και της κοινωνικής απελευθέρωσης, καθώς στο βαθμό που τα πολυεθνικά μονοπώλια καθορίζουν την οικονομική πορεία του εθνικού σχηματισμού, ακόμα και αν έχει υλοποιηθεί η πολιτικοστρατιωτική αποδέσμευση της κρατικής μηχανής από τα ξένα κέντρα λήψης αποφάσεων, η χώρα θα παραμένει σε καθεστώς εξάρτησης και ο πιο αποφασιστικός τρόπος για τη ριζική αντιμετώπιση των πολυεθνικών μονοπωλίων είναι ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός. Ταυτόχρονα αναφέρει ότι δεν είναι ιστορικά εφικτή η πορεία προς τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό αν το κράτος είναι εξαρτημένο (Παπανδρέου Α., 1980 : 41-42).

Αφού ξεκαθάρισε το ζήτημα της διαλεκτικής σχέσης μεταξύ του αγώνα για εθνική ανεξαρτησία και της πάλης για σοσιαλιστικό μετασχηματισμό σε εθνικούς σχηματισμούς όπως ο ελληνικός, προχωρά στην αναφορά συγκεκριμένων βημάτων. Πρώτη πολιτική πράξη μιας σοσιαλιστικής κυβέρνησης είναι η πολιτικοστρατιωτική αποδέσμευση, επισημαίνοντας τους άμεσους κινδύνους που συνεπάγεται μια τέτοια πολιτική πράξη. Κατά τον Α.Π. επικαλούμενος τη διεθνή εμπειρία η αντίδραση του ξένου παράγοντα αναμένεται να προκληθεί με οικονομικά και πολιτικά μέτρα. Και επειδή είναι βέβαιο ότι θα προκληθεί η αντίδραση, θα πρέπει η απόφαση πολιτικοστρατιωτικής αποδέσμευσης να γίνει αμέσως μετά την εκλογική νίκη και την είσοδο στην κυβέρνηση, προκειμένου να μειωθούν τα χρονικά περιθώρια κίνησης του ξένου παράγοντα μέσω της ενεργοποίησης του μηχανισμού διάβρωσης, ο οποίος στην αρχική φάση θα βρίσκεται σε αμήχανη στάση ή σε φάση αναδίπλωσης. Πρώτος και άμεσος κίνδυνος είναι η καθοδηγούμενη απ’ έξω κίνηση πραξικοπήματος και κατάλυσης των δημοκρατικών θεσμών. Προς αντιμετώπιση του κινδύνου απαιτείται πλατειά μαζική οργάνωση του λαϊκού κινήματος, συσπειρωμένου και ενταγμένου σε κόμματα και συνδικάτα, συνεπώς η οργάνωση του λαού σε κατεύθυνση σύγκρουσης (Παπανδρέου Α., 1980 : 42).

Κατά δεύτερον απαιτείται η ανάπτυξη σε χρόνο προγενέστερο κλίματος εμπιστοσύνης ανάμεσα στις ένοπλες δυνάμεις και το λαϊκό κίνημα. Η συμφιλίωση λαού –στρατού είναι απαραίτητη και απαιτεί συστηματικό αγώνα από τη μεριά του λαϊκού κινήματος, ξεπερνώντας τις πικρές εμπειρίες και εκμεταλλευόμενος τη λαϊκή και ειδικότερα την αγροτική καταγωγή του σώματος των Ελλήνων αξιωματικών (Παπανδρέου Α., 1980 : 43-44).

Ακολούθως ο Α.Π. αναφέρεται στα οικονομικά αντίποινα που θα επιχειρήσει να προκαλέσει το διεθνές και ντόπιο οικονομικό κατεστημένο, όπως η φυγή κεφαλαίου, η άρνηση δανειοδότησης, το μποϋκοτάζ εξαγωγών, η προσπάθεια επιβολής κλίματος οικονομικού χάους. Γι’ αυτό κρίσιμος είναι ο ρόλος των μικρομεσαίων στρωμάτων, του βιοτέχνη, του εμπόρου, του μικρού ελεύθερου επαγγελματία, ακόμα και του μικρού βιομήχανου, αναφέρει ο Α.Π. Είναι ένα πολύ κρίσιμο ζήτημα η προετοιμασία, οργάνωση και ενεργητική συμπαράσταση αυτών των στρωμάτων για την απόκρουση των οικονομικών αντιποίνων και για την ειρηνική μετάβαση στο σοσιαλισμό, όπως έδειξε κυρίως η εμπειρία της Χιλής (Παπανδρέου Α., 1980 : 44-45).

Ακολούθως ο Α.Π. αναφέρεται στις δομικές αλλαγές που διαχωρίζουν το σοσιαλισμό από τη σοσιαλδημοκρατική μεταρρύθμιση, τον κρατικό σοσιαλισμό των κοινωνιών του υπαρκτού από τον αποκεντρωμένο σοσιαλισμό που θεμελιώνεται στην κοινωνικοποίηση και την αυτοδιαχείριση. Κρίσιμο ζήτημα είναι ο ρυθμός των δομικών αλλαγών. Ένας πολύ χαμηλός ρυθμός εμπεριέχει τον κίνδυνο εκφυλισμού και ενσωμάτωσης στο σύστημα των αλλαγών, ένας πολύ έντονος ρυθμός εμπεριέχει κατά τον Α.Π. και τον κίνδυνο να υπερβεί τις αντοχές της οικονομίας με απρόβλεπτες συνέπειες. Γι’ αυτό απαιτείται μια στρατηγική του άριστου ρυθμού των δομικών αλλαγών, οι οποίες θα αντανακλούν και το βαθμό συνειδητοποίησης και ετοιμότητας του λαϊκού παράγοντα (Παπανδρέου Α., 1980 : 48-49). Δομικές αλλαγές είναι η κοινωνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος στο σύνολό του, η επιβολή κεντρικού ελέγχου του εισαγωγικού εμπορίου στο σύνολό του, η κοινωνικοποίηση των στρατηγικών μονοπωλιακών-βιομηχανικών μονάδων, η συνεταιριστική οργάνωση της αγροτικής παραγωγής (Παπανδρέου Α., 1980 : 49).

Στη συνέχεια ο Α.Π. προχωρά σε μια πρώτη αποσαφήνιση της έννοιας που έχει η κοινωνικοποίηση στη στρατηγική του ΠΑΣΟΚ. Την αντιδιαστέλλει σαφώς από την κρατικοποίηση. Καταργεί τη σχέση εξαρτημένης εργασίας στο εσωτερικό της, εισάγοντας την πρακτική της αυτοδιαχείρισης των εργαζομένων στην κοινωνικοποιημένη επιχείρηση, καθώς επίσης και τη συμμετοχή στις αποφάσεις φορέων κοινωνικών συμφερόντων εκτός των εργαζομένων της κοινωνικοποιημένης επιχείρησης, όπως περιφερειακοί ή δημοτικοί εκπρόσωποι και εκπρόσωποι της εθνικής οικονομίας, ανάλογα με το βάρος της κοινωνικοποιημένης επιχείρησης. Σε όσες βιομηχανικές επιχειρήσεις δεν κοινωνικοποιούνται εισάγεται ο θεσμός της εργατικής και κοινωνικής εποπτείας, διευρύνοντας τα διοικητικά συμβούλιά τους, ενώ προωθείται η αποκέντρωση με την περιφερειακή συγκρότηση του κράτους στη βάση 11 περιφερειών, οι οποίες διαμορφώνουν το βασικό εθνικό δημοκρατικό αναπτυξιακό προγραμματισμό στις διάφορες επιμέρους θεματικές εκδοχές (Παπανδρέου Α., 1980 : 51). Ταυτόχρονα διαμορφώνεται γνήσιος ακηδεμόνευτος από το κράτος και την εργοδοσία εργατικός συνδικαλισμός που προωθεί ενεργά τις διεκδικήσεις των εργαζομένων. Στη συνέχεια ο Α.Π. κάνει μια κρίσιμη διάκριση για τη λειτουργία του συνδικαλισμού ανάμεσα στον κοινωνικοποιημένο και τον μη κοινωνικοποιημένο τομέα της οικονομίας. Στον κοινωνικοποιημένο τομέα, επειδή θα έχει καταργηθεί η εξαρτημένη σχέση εργασίας και θα ισχύει καθεστώς γενικευμένης εργατικής αυτοδιαχείρισης, δεν θα υπάρχουν συνδικαλιστικές διεκδικήσεις με την κλασική μορφή, οι οποίες περιορίζονται στον μη κοινωνικοποιημένο τομέα της οικονομίας (Παπανδρέου Α., 1980 : 52).17

Οι δομικές αλλαγές που εγγυώνται την ειρηνική και μη αντιστρεπτή πορεία των δομικών αλλαγών, θα κατοχυρωθούν από ένα νέο Σύνταγμα. Στις δομικές αλλαγές, αναφέρει ο Α.Π., ρητώς περιλαμβάνεται ο έλεγχος της κίνησης κεφαλαίου, που παραβιάζει τη συμφωνία σύνδεσης της Ελλάδας με την ΕΟΚ και σίγουρα το καθεστώς εντός ΕΟΚ, εφόσον η Ελλάδα γίνει μέλος. Γι’ αυτό ο Α.Π. θεωρεί ότι πρέπει να διαμορφωθεί ένα πλαίσιο ειδικής συμφωνίας ανάμεσα στην Ελλάδα και την ΕΟΚ, που δεν θα υπονομεύει την πορεία προς τη σοσιαλιστική αλλαγή. Μάλιστα ο Α.Π. θεωρεί μια τέτοια ειδική συμφωνία εφικτή, καθώς η ΕΟΚ αναπτύσσει ανάλογες πρωτοβουλιες ακόμα και με χώρες του ανατολικού μπλοκ. Τέλος αναφέρεται σε ζητήματα παιδείας, υγείας, νοσοκομειακής περίθαλψης (Παπανδρέου Α., 1980 : 55-56).

Προχωρήσαμε σε μια σχετικά εκτεταμένη αναφορά σε κείμενα του Α.Π. της περιόδου 1975-1977, με τα οποία επιχείρησε να οριοθετήσει το υπό διαμόρφωση πολιτικοϊδεολογικό σώμα του ΠΑΣΟΚ από τις εμπειρίες και τις στρατηγικές του ευρωκομμουνισμού, του υπαρκτού σοσιαλισμού και της (παραδοσιακής) σοσιαλδημοκρατίας, σκιαγραφώντας παράλληλα την πορεία μετάβασης ενός εθνικού και δημοκρατικού δρόμου για τον σοσιαλισμό, εκείνη που στις αρχές της δεκαετίας του ’80 θα κωδικοποιηθεί στα κομματικά κείμενα ως στρατηγική του Τρίτου Δρόμου για το σοσιαλισμό, σε μια φάση κορύφωσης της εσωκομματικής πάλης και έντασης του κοινωνικού και πολιτικού ριζοσπαστισμού των μαζών. Μια υπέρβαση της ΝΑΤΟϊκής εθνικοφροσύνης της δεξιάς, η οποία στη μεταπολιτευτική συγκυρία – και μετά την τραγωδία της Κύπρου - είχε αντικατασταθεί από το «ανήκομεν εις την Δύσιν» με την ειδικότερη μορφή του ευρωπαϊσμού ως ηγεμονική αστική στρατηγική, καθώς επίσης και της κομμουνιστικής αριστεράς, τόσο στην παραδοσιακή, όσο και στην ανανεωτική εκδοχή της που έφεραν κυρίαρχα τα χαρακτηριστικά του ιδεολογικο-πολιτικού μεταπρατισμού, είτε αυτά αφορούσαν τον υπαρκτό σοσιαλισμό, είτε τον ευρωκομμουνισμό. Σχηματικά μιλώντας, εισαγωγή του σοβιετικού ή δυτικού μαρξισμού και όχι συνάρθρωση της μαρξιστικής θεωρίας με τις εγχώριες εθνικολαϊκές εμπειρίες, παραδόσεις και ανάγκες, σύμφωνα με την αρχική (και θετική) θεώρηση του λαϊκισμού από τον Ερνέστο Λακλάου18.

Το ΠΑΣΟΚ ουσιαστικά αποτέλεσε τη μορφοποιημένη σε πολιτικό κίνημα ιστορική πρόσοδο των εθνικών, δημοκρατικών και κοινωνικών αγώνων των κυριαρχούμενων τάξεων που διαμορφώνονται ως διαιρετικές τομές βενιζελισμού/αντιβενιζελισμού, ΕΑΜ, δεξιά/αντιδεξιά τη δεκαετία του ’60, η οποία καταναλώθηκε τη δεκαετία του ’8019. Είναι το αφήγημα της δημοκρατικής-προοδευτικής παράταξης που έχει βαθιά ιστορικο-υλιστική διάσταση, ως προϊόν του συγκεκριμένου εθνικού και κοινωνικού γίγνεσθαι, όπως συγκεκριμένα εγγράφεται με όρους ιδεολογικούς, πολιτικούς και οργανωτικούς. Δεν αποτελεί μια κατασκευασμένη, τεχνητή εν πολλοίς, πολιτική ταυτότητα, μια επινόηση εκ του μηδενός, όπως έχει υποστηριχθεί20.

Ένας από τους αφετηριακούς στόχους του ΠΑΣΟΚ που δεν επιτεύχθηκε και στo οποίο κατά τη γνώμη μου απέτυχε τελικά (και δυστυχώς για τον γράφοντα) ο Α.Π., ήταν ο επανακαθορισμός του θεωρητικού και μορφωτικού τοπίου στον πολιτικό ανταγωνισμό, η παραγωγή αυτόχθονης πολιτικής σκέψης και προγραμματικού σχεδίου που ν’ ανταποκρίνεται στις ανάγκες του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού, συμπυκνώνοντας την εμπειρία και τις ιδιαιτερότητες του εγχώριου κοινωνικού αγώνα. Σύμφωνα με τη συγκεκριμένη ανάλυση οι πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα ήταν φορείς ψεύτικης συνείδησης, οφειλόμενη είτε σε διανοητική αδράνεια, είτε σε ιδεολογικό μεταπρατισμό, βασισμένη και σε υλικούς όρους, καταλήγοντας να είναι μηχανισμοί υπανάπτυξης και γεωπολιτικού ελέγχου της χώρας. Στερούνταν μιας αυθεντικής διήγησης και γόνιμης θεωρίας για τη χώρα και το λαό της, τόσο στην εκδοχή της δεξιάς (εθνικοφροσύνη) και του –μεταβενιζελικού- κέντρου (παλαιοκομματισμός), όσο και στην εκδοχή της κομμουνιστικής αριστεράς είτε στην παραδοσιακή - σταλινική της μορφή, είτε στην ανανεωτική – ευρωκομμουνιστική21. Η δημιουργία του ΠΑΣΟΚ ως ενός νεομαρξιστικού ρεύματος που συνάρθρωνε δυναμικά εθνικολαϊκές εμπειρίες, σύμφωνα με μία άποψη, ήταν μια ανταγωνιστική απάντηση στους χώρους της δεξιάς, του κέντρου και της κομμουνιστικής αριστεράς, αλλά δεν ολοκληρώθηκε ιδεολογικά, ηττώμενο στο εσωτερικό του την περίοδο 1979-1985 από τις αντιλήψεις και πρακτικές του παλαιοκομματισμού και της παραδοσιακής αριστεράς22.

Η αναίρεση της γραμμής πολιτικο-στρατιωτικής και οικονομικής αποδέσμευσης από ΝΑΤΟ - ΕΟΚ από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ την περίοδο 1981-1985, με την παράλληλη πολιτική κοινωνικής αναδιανομής σοσιαλδημοκρατικού τύπου και τον εκδημοκρατισμό του κράτους, μια διαδικασία που είχε ήδη αρχίσει από την περίοδο μετά το 1974 αλλά με δειλά και αντιφατικά βήματα, οδήγησε στην υποχώρηση της κυρίαρχης μεταπολιτευτικά αντιιμπεριαλιστικής ιδεολογίας, όπως κωδικοποιήθηκε σε χώρους της πασοκογενούς αντιπολίτευσης (περιοδικό Φυλλάδιο για το σοσιαλιστικό κίνημα), πάλη για τη στρατηγική ΠΑΣΟΚ, Ε.Α.-Λ.Κ.-Κ.Α.23 Ειδικά στο ΠΑΣΟΚ την περίοδο μετά το 1983-84 αρχίζει σταδιακά και απουσιάζει από τα κομματικά κείμενα η λέξη μετάβαση, που είχε γνωρίσει μέρες δόξας την αμέσως προηγούμενη περίοδο. Η κομματική γραφειοκρατία αποκτά συνείδηση ότι δεν υπάρχει καμία πορεία προς μια άλλη κοινωνική οργάνωση24. Η διαχείριση του καπιταλιστικού παρόντος είναι το ζητούμενο, η αναπαραγωγή και παραμονή της σε εξουσιαστική τροχιά γίνεται αυτοσκοπός του κόμματος. Στην 9η Σύνοδο της ΚΕ ΠΑΣΟΚ (Μάρτιος 1982), η κίνηση αυτή κωδικοποιήθηκε μέσα από το - εμπνευσμένο από το γαλλικό σοσιαλιστικό κόμμα25- σχήμα η κυβέρνηση εκφράζει το πολιτικά εφικτό, το κόμμα το κοινωνικά αναγκαίο και το ιστορικά - ιδεολογικά επιθυμητό26. Η απόφαση της ΚΕ υποτάσσει ουσιαστικά το κόμμα στην κυβέρνηση και από συλλογικό διανοούμενο και πολιτικό οργανωτή του λαϊκού μπλοκ των δυνάμεων της αλλαγής, το μετατρέπει σε κομματικό προπαγανδιστή της κυβέρνησης, δηλαδή φορέα των σχέσεων νομιμοποίησης του καπιταλιστικού κράτους27.

Ο ευρωπαϊσμός και η δυτική προσήλωση του ΠΑΣΟΚ οριστικοποιείται την περίοδο του 1986-89 και καταγράφεται σε δύο-τρεις σημαντικές για το κόμμα αποφάσεις της ΚΕ28 ή παρεμβάσεις που αποδίδονται στον Α.Π.29 και σηματοδοτούν τον αναθεωρητισμό του ΠΑΣΟΚ30, μιλώντας με όρους ιστορίας της ευρωπαϊκής σοσιαλιστικής/σοσιαλδημοκρατικής αριστεράς. Ουσιαστικά το ΠΑΣΟΚ μετατρέπεται στον φορέα εσωτερίκευσης της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης μέσω της κρατικοποίησής του31. Αυτή τη γραμμή υπηρετούν και οι δύο κρατικοποιημένες εκδοχές- ψυχές της κομματικής γραφειοκρατίας, παρ’ όλο τον εσωτερικό διαχωρισμό τους μετά το 2ο συνέδριο το 1990. Η περισσότερο ιδεολογικά και οργανικά ενταγμένη στον ευρωπαϊσμό και στην ιμπεριαλιστική εξάρτηση, χωρίς ή με ελάχιστες εσωτερικές ταλαντεύσεις θα επικρατήσει στο 4ο συνέδριο το 1996.

Ο Α.Π. έχει υποχωρήσει από τη γραμμή της Εθνικής Ανεξαρτησίας-Λαϊκής Κυριαρχίας-Κοινωνικής Απελευθέρωσης. Είναι χαρακτηριστικό ότι στον εσωκομματικό διάλογο και αποτυπώνοντας τον διεθνοπολιτικό μετά το 1989-1990, αλλά και εγχώριο συσχετισμό, στην εισήγησή του προς την Κεντρική Οργανωτική Επιτροπή Συνεδρίου (ΚΟΕΣ) στην πορεία προς το 3ο Συνέδριο ΠΑΣΟΚ (Απρίλιος 1994), εκφράζοντας τη γραμμή της συλλογικής ηγετικής γραφειοκρατίας του κόμματος, αναφέρει χαρακτηριστικά μεταξύ άλλων τα ακόλουθα : « Από ένα μεγάλο ριζοσπαστικό ανανεωτικό Κίνημα-το ΠΑΣΟΚ- εξελίσσεται σταδιακά σε Ευρωπαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα.... Δεν φοβόμαστε να αναθεωρήσουμε ορισμένες αρχικές απόψεις μας. Ο εθνικός δρόμος, για παράδειγμα, προς το σοσιαλισμό έχασε την επικαιρότητά του. Η αυτοδύναμη ανάπτυξη στο πλαίσιο ενός οικονομικού προστατευτισμού δεν είναι δυνατή. Αντίθετα, η διεκδίκηση μιας καλύτερης θέσης μέσα στο διεθνή καταμερισμό με βάση τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας μας φαίνεται να είναι ένας πιο συγκροτημένος στόχος»32.

Παρ’ όλα αυτά, ακόμα και στην ύστερη περίοδό του, 1993-1995, παραμένει φορέας μιας εγχώριας - αυτόχθονης στρατηγικής, έστω σε υποχώρηση και εντός των πλαισίων του κυρίαρχου συστήματος του διεθνοποιημένου καπιταλισμού, όπως αποτυπώνεται στην ρητά εκπεφρασμένη επιφυλακτικότητά του για την αντιδημοκρατική και αντικοινωνική εξέλιξη της Ε.Ε. (συνέντευξη τύπου στη Σύνοδο Κορυφής των Καννών, 27-6-1995), που θα συγκεντρώνει μια βασική πολιτική αιτία εσωκομματικής του αμφισβήτησης33, αλλά και στην αντίσταση των λαών απέναντι στο νεοφιλελεύθερο χωρο-χρόνο ως μορφή ιμπεριαλιστικού ελέγχου της μνήμης των κυριαρχούμενων εθνών, μέσα από τις πρωτοβουλίες της αναγνώρισης της 19ης Μαίου ως ημέρας μνήμης της Ποντιακής Γενοκτονίας (ν. 2193/1994)34, αλλά και της διεκδίκησης των γερμανικών επανορθώσεων με την από 14-11-1995 ρηματική διακοίνωση στη γερμανική κυβέρνηση35. Δεν ήταν η κεντρική γραμμή του ΠΑΣΟΚ. Μπορεί να επιβίωνε σε ορισμένα μαχόμενα τμήματά του και στην σχετική αυτονομία του Ανδρέα Παπανδρέου36, στην κεντρική της όμως διάσταση είχε ήδη ηττηθεί στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ από τη δεκαετία του ’80, λόγω της κρατικοποίησης-αστικοποίησής του, της μετατροπής του δηλαδή από ένα σχετικά αυτόνομο εθνικο-λαϊκό κίνημα αντιιμπεριαλιστικής-αυτοδιαχειριστικής προοπτικής, σε κρατικό κόμμα φορέα σχέσεων εσωτερίκευσης, νομιμοποίησης και αναπαραγωγής των ιμπεριαλιστικών (αμερικάνικων και ευρωπαϊκών) δομών και σχέσεων εξάρτησης, αρθρωμένων στο εγχώριο μπλοκ εξουσίας37. Μια κεντρική γραμμή του μεταμορφούμενου κρατικοποιημένου ΠΑΣΟΚ που ονομάστηκε στην πορεία εκσυγχρονισμός, συμμετοχική δημοκρατία, σοσιαλφιλελευθερισμός και διάφορα άλλα παρόμοια και παρέδωσε - μετά το ξέσπασμα της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης - τη χώρα στη μνημονιακή βαρβαρότητα.

Κλείνοντας αυτή την αναφορά στην ανολοκλήρωτη ιδεολογικο-πολιτική γραμμή του Α.Π. για Εθνική Ανεξαρτησία-Λαϊκή Κυριαρχία-Κοινωνική Απελευθέρωση, η οποία στην εφαρμοσμένη της εκδοχή ηττήθηκε ιστορικά - γι’ αυτό το ΠΑΣΟΚ πρώτα μεταμορφώθηκε πολιτικά στο αντίθετό του, οδηγούμενο στη συνέχεια στα όρια της ιστορικής του εξαφάνισης - είναι απαραίτητο να γίνει υπέρβαση της ανδρεοπαπανδρεϊκής κληρονομιάς38, για να υπάρχει εξέλιξη στον αγώνα του ελληνικού λαού για δημοκρατία, εθνική ανεξαρτησία και κοινωνική απελευθέρωση. Επ’ ωφελεία απογραφής. Στο παρόν κείμενο επιχειρήσαμε να εστιάσουμε στα κατά τη γνώμη μας πιο γόνιμα στοιχεία αυτής της πολιτικοϊδεολογικής κληρονομιάς, απέναντι σε τάσεις εξιδανίκευσης (πολλές φορές μεταφυσικού ή απολογητικού τύπου), πολεμικής (αυτοδικαιωτικού ή ενοχικού χαρακτήρα), σφετερισμού (επικοινωνιακής- καιροσκοπικής μορφής).

1 Το παρόν κείμενο βασίζεται σε στοιχεία της υπό έκδοση διδακτορικής διατριβής του γράφοντος, «Αντιθέσεις, αντιφάσεις και εσωτερικές συγκρούσεις στο ΠΑΣΟΚ την περίοδο 1974-1990. Ερμηνευτικές όψεις της ιστορικής εξέλιξης του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού», Πάντειο Πανεπιστήμιο, 2016.

2 Για το ζήτημα της συνάρθρωσης σοσιαλιστικής και λαϊκοδημοκρατικής ιδεολογίας από τη μεριά της πάλης της εργατικής τάξης για την κατάκτηση της ηγεμονίας, βλ. Λακλάου Ε., Πολιτική και Ιδεολογία στη Μαρξιστική Θεωρία, εκδ. Σύγχρονα Θέματα, 1983, σελ. 162 επ.

3 Ασημακόπουλος Β., Πορεία Αριστερά, εκδ. Γόρδιος, 2016, σελ. 253-254

4 Για μια αποτίμηση της διαδρομής του ΠΑΣΟΚ τη δεκαετία του ’80, με έμφαση στις κυβερνητικές πολιτικές αντί πολλών βλ. Καραμπελιάς Γ., Κράτος και κοινωνία στη μεταπολίτευση, 1974-1988, εκδ. Εξάντας, 1989, Σακελλαρόπουλος Σ., Η Ελλάδα στη μεταπολίτευση, εκδ. Α.Α. Λιβάνη, 2001, Βούλγαρης Γ., Η Ελλάδα της μεταπολίτευσης, εκδ. Θεμέλιο, 2002.

Για την εξέλιξη του ΠΑΣΟΚ με έμφαση στα κομματικά δρώμενα, αντί πολλών βλ. Σπουρδαλάκης Μ., ΠΑΣΟΚ. Δομή, εσωκομματικές κρίσεις και συγκέντρωση εξουσίας, εκδ. Εξάντας, 1988, Βερναρδάκης Χ., Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1974-1985. Σχέσεις εκπροσώπησης και σχέσεις νομιμοποίησης στο φως του πολιτικού και κοινωνικού ανταγωνισμού, αδημ. Διδακτορική Διατριβή, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης, Πανεπιστήμιο Αθηνών, 1995, Ελευθερίου Κ. – Τάσσης Χ., ΠΑΣΟΚ : Η άνοδος και η πτώση (;) ενός ηγεμονικού κόμματος, εκδ. Σαββάλας, 2013

5 Ψαλλίδας Γ., Τομές και συνέχειες στην επεξεργασία στρατηγικής από τους Έλληνες σοσιαλιστές στις δεκαετίες του ’30 και του ’40, στο Φλάισερ Χ. (επιμ) Η Ελλάδα ’36-’49. Από τη δικτατορία στον εμφύλιο. Τομές και συνέχειες, εκδ. Καστανιώτης, 2003, Λυμπεράτος Μ., Από το ΕΑΜ στην ΕΔΑ. Η ραγδαία ανασυγκρότηση της ελληνικής αριστεράς και οι μετεμφυλιακές αναγκαιότητες εκδ. Στοχαστής, Αθήνα, 2011

6 Σασσούν Ν., Εκατό χρόνια σοσιαλισμού, εκδ. Καστανιώτης, 2001, τ. 1ος, σελ. 378 επ.

7 Για τη διαδικασία απόρριψης της θεωρίας των νεο-κλασικών οικονομικών από τον Α.Π., όπου είχε κριτικά θητεύσει ως οικονομολόγος την περίοδο 1946-1960, λόγω αδυναμίας απάντησης στο κοινωνικό ζήτημα και στο ρόλο των μονοπωλίων, βλ. Παπανδρέου Ν. (προλ), Ανδρέας Παπανδρέου – ο οικονομολόγος, στο Ανδρέας Γ. Παπανδρέου-Κείμενα στο MonthlyReview, εκδ. The Monthly Review Imprint, 2005, σελ. 16. Για το ίδιο ζήτημα της απόρριψης από τον Α.Π. των νεο-κλασικών οικονομικών ως ακατάλληλων να δώσουν λύση στο κοινωνικό ζήτημα, βλ. Πεπελάσης Α., Επίμετρο στο Γ. Λακόπουλος, «Του μιλάνε τα κύματα...» ο Ανδρέας Παπανδρέου πριν μπει στην πολιτική, εκδ. Καστανιώτη, 2008, σελ. 194 και 199

8 «Χαλασμός Κυρίου γινόταν, χαλασμός Κυρίου, ασχέτως από ηλικία και ασχέτως από περιοχή όταν αναφερόμουνα στο θέμα ‘Η Ελλάδα στους Έλληνες’, τέτοια ευαισθησία δεν την είχα ποτέ φανταστεί.... Γιατί όταν ο Έλληνας συγκινείται μέχρι σημείο κλάματος γύρω από την κουβέντα ‘Η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες’, αυτό είναι γιατί ξυπνά μέσα του τουλάχιστον μια εκατονταετηρίδα, να μην πούμε πεντακόσια χρόνια, κατοχής, σκλαβιάς και αγώνα. Όλα του έρχονται στο νου αυτή την ώρα, γιατί η Ελλάδα ήταν κλοτσοσκούφι των μεγάλων δυνάμεων, ήταν αντικείμενο εκμετάλλευσης από τις μεγάλες δυνάμεις....και αυτή η κουβέντα συμβολίζει.....και το σπίτι που είναι γκρεμισμένο, και το παιδί του που δεν έχει να σπουδάσει και βγαίνει στο εξωτερικό να δουλέψει, και τα πάντα, τα πάντα, το όλο σύστημα δυνάμεως, του φακέλου του Καραμανλή, κάθε όψη καταπίεσης. Όλα αυτά συνοψίζονται σ’ αυτό το πράγμα και γίνονται εθνική συνείδηση», το απόσπαμα είναι από ομιλία του Α.Π. στο Άαχεν της Γερμανίας, στο Παπανδρέου Ν., Ανδρέας Παπανδρέου. Η ζωή σε πρώτο ενικό και η τέχνη της πολιτικής αφήγησης, εκδ. Καστανιώτη, 2003, όπως αναφέρεται στο Παππάς Τ., Το χαρισματικό κόμμα. ΠΑΣΟΚ-Παπανδρέου-Εξουσία, εκδ. Πατάκη, 2009, σελ. 156

9 Παπαγιαννόπουλος Γ., Στοιχεία για τη μαρξιστική ανάλυση στα κείμενα του Ανδρέα Παπανδρέου την περίοδο 1969-1976, Μηνιαία Επιθεώρηση, τχ. 5ο/2005. Η διανοητική εξέλιξη του Ανδρέα Παπανδρέου εκείνης της περιόδου, πέρα από τις ανακοινώσεις και διακηρύξεις του ΠΑΚ, αποτυπώνεται σε τρία έργα του. Η ελευθερία του ανθρώπου, εκδ. Καρανάσης 1974. Ο πατερναλιστικός καπιταλισμός, εκδ. Καρανάσης, 1974, Ιμπεριαλισμός και οικονομική ανάπτυξη, εκδ. Νέα Σύνορα, 1975.

10 Τάσσης Χ., ΠΑΣΟΚ και θεωρία της εξάρτησης : Η ριζοσπαστική νομιμοποίηση της πολιτικής μετριοπάθειας, MonthlyReview, τχ 60(125)/2009, σελ. 127

11 Ανδρέας Γ. Παπανδρέου-Κείμενα στο Monthly Review, εκδ. The Monthly Review Imprint, 2005, σελ. 32, 44.

12 Βασιλειάδης Δ., Ο μύθος του Ανδρέα, Εναλλακτικές Εκδόσεις, 2007, σελ. 217, Παπαγιαννόπουλος Γ., Η σκοτεινή πλευρά του ήλιου, εκδ. Οδυσσέας, 1989

13 Βασιλειάδης Δ., Η έκτακτη συνεδρίαση της ηγεσίας του ΠΑΚ στις 27-28 Ιουλίου 1974 στο Βίντερτουρ της Ελβετίας, Τετράδια, τχ. 48ο/2003

14 Βλ. Παπανδρέου Α., Ο ευρωκομμουνισμός δεν είναι ο δρόμος για το σοσιαλισμό στην Ελλάδα, εφημ. Εξόρμηση 11-3-1977, Η εθνική ανεξαρτησία βασικός στόχος, εφημ. Εξόρμηση 18-3-1977, Ο ελληνικός δρόμος για το σοσιαλισμό, εφημ. Εξόρμηση, 24-3-1977. Τα ανωτέρω περιλαμβάνονται στο συλλογικό ΠΑΣΟΚ και Εξουσία, Παπασαραντόπουλος Π. (επιμ.), εκδ. Παρατηρητής, 1980, απ’ όπου γίνονται και οι σχετικές παραπομπές στα συγκεκριμένα κείμενα. Επίσης βλ. Παπανδρέου Α., Ο Μαρξ, ο Λένιν και η «δικτατορία του προλεταριάτου, εφημ. Εξόρμηση 26-9-1975, περιλαμβάνεται στο Από το ΠΑΚ στο ΠΑΣΟΚ, εκδ. Λαδιας, 1976. Τα συγκεκριμένα κείμενα είχαν εκδοθεί και ενιαία σε κομματική μπροσούρα Παπανδρέου Α., Μετάβαση στο σοσιαλισμό. Προβλήματα και στρατηγική για το ελληνικό κίνημα, εκδ. Αιχμή, 1977.

15 Για τα ζητήματα της ευρωκομμουνιστικής στρατηγικής από διαφορετικά ιδεολογικοπολιτικά ρεύματα της αριστεράς, βλ. Μπελαντής Δ., Αριστερά και εξουσία. Ο «δημοκρατικός δρόμος» προς τον σοσιαλισμό, εκδ. Τόπος, 2014, Σκολαρίκος Κ. «Ευρωκομμουνισμός» : Θεωρία και στρατηγική υπέρ του κεφαλαίου, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2015, Μπαλαμπανίδης Γ., Ευρωκομμουνισμός. Από την κομμουνιστική στη ριζοσπαστική ευρωπαϊκή Αριστερά, εκδ. Πόλις, 2015.

16 Σύμφωνα με μια διάσημη φράση του Σαλβαντόρ Αλιέντε τον Μάιο 1971 στον Εντουάρ Μπαιλμπύ, απεσταλμένο του γαλλικού περιοδικού Εxpress «Εμείς τώρα έχουμε την κυβέρνηση. Αργότερα, θα πάρουμε την εξουσία», όπως περιλαμβάνεται στο Μπερλινγκουέρ Ε., Ιστορικός συμβιβασμός, εκδ. Θεμέλιο, 1977, σελ. 103

17 Κρίσιμη επισήμανση του Α.Π., με πρακτική εφαρμογή λίγα χρόνια μετά, όταν η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ ψήφισε νόμο που ουσιαστικά καθιστούσε ανενεργό ή σε κάθε περίπτωση δυσεφάρμοστο το δικαίωμα άσκησης απεργίας στον κοινωνικοποιημένο τομέα των ΔΕΚΟ, το περίφημο αρ. 4 ν. 1365/1983.

18 Για την αποτύπωση της συνάρθρωσης μιας μαρξιστικής έμπνευσης θεωρίας με εθνικολαϊκές παραδόσεις, στις οργανώσεις του ΠΑΣΟΚ την πρώτη μεταπολιτευτική περίοδο, βλ. Λιβιεράτος Δ., Στις τοπικές του ΠΑΣΟΚ είχαν στον τοίχο μαζί Βελουχιώτη, Βενιζέλο και Λένιν, Εφημερίδα των Συντακτών, 3-9-2014

19 Χαραλαμπίδης Μ., Η ιστορία θέλει, η επίσημη πολιτική δεν μπορεί-ομιλία στο 4ο συνέδριο ΠΑΣΟΚ, εκδ. Γόρδιος, 1996, σελ. 16.

20 KalyvasS., Polarization in Greek Politics : PASOK’ s First Four Years, 1981 – 1985, Journal of the Hellenic Diaspora, 1997 : 89, 99

21 Χαραλαμπίδης Μ., Ανατομία μιας παρακμής, εκδ. Γόρδιος, 1990, σελ. 21-22

22 Χαραλαμπίδης Μ., ΠΑΣΟΚ : Η σύγκρουση του νέου με το παλιό, εκδ. Γόρδιος, 1993, σελ. 25-26

23 Εθνική Ανεξαρτησία-Λαϊκή Κυριαρχία-Κοινωνική Απελευθέρωση

24 Η συγκεκριμένη επισήμανση μου έγινε από τον Χρήστο Καζαντζίδη, Γραμματέα της Ν.Ε. ΠΑΣΟΚ Ιταλίας την περίοδο 1984-1986.

25 Για τη σχετική συζήτηση στο γαλλικό σοσιαλιστικό κόμμα κατά τη δεκαετία του ’80, βλ. Μποτόπουλος Κ., Σοσιαλιστές και εξουσία, εκδ. Πόλις, 1994

26 ΠΑΣΟΚ : 9η Σύνοδος ΚΕ, ΛΑΟΣ- ΠΑΣΟΚ στο δρόμο της Αλλαγής, εκδ. ΚΕΜΕΔΙΑ-ΠΑΣΟΚ, 1982 σελ. 68.

27 Με όρους πασοκογενούς αντιπολίτευσης όπως συγκεκριμένα διατυπώθηκε ακριβώς ως κριτική στην απόφαση της 9ης Συνόδου της ΚΕ ΠΑΣΟΚ, το ιδεολογικά επιθυμητό θα τείνει να περιορίζεται στα όρια του πολιτικά εφικτού και όχι το αντίστροφο, ως αποτέλεσμα της σε τελευταία ανάλυση προτεραιότητας των υλικών επί των ιδεολογικών όρων σε μια συγκυρία συγχώνευσης του κόμματος με το κράτος και περιορισμού της σχετικής αυτονομίας του συλλογικού υποκειμένου, το οποίο με τη σειρά του αδυνατεί να οργανώσει συλλογικά το κοινωνικά αναγκαίο, που αποδιαρθρώνεται ως αποτέλεσμα τελικά της κυριαρχίας της αστικής ηγεμονίας στο λαϊκό μπλοκ, βλ. Τζουβάνος Δ., Εφικτά και Αναγκαία, περ. Φυλλάδιο για το σοσιαλιστικό κίνημα, τχ. 3ο/1982, σελ. 9-12.

Η πάλη ενάντια στην κρατικοποίηση του κόμματος σε επίπεδο ΚΕ μορφοποιήθηκε σε δύο εσωκομματικές καταστάσεις. Η μία ήταν σε στελέχη της Επιτροπής Οργανωτικού την περίοδο 1982-1983, που κορυφώθηκε στην 10η Σύνοδο της ΚΕ. ΠΑΣΟΚ (7ος/83) και οδήγησε στη διαγραφή του Καργόπουλου και των συντρόφων του από την Ε.Ο., βλ. Καργόπουλος Ν., Από την Αντιεισήγηση στη 10η Σύνοδο ΚΕ ΠΑΣΟΚ (30-31/7/1983) μέχρι την ίδρυση του ΑΣΚΕ (28-2-1984), εκδ. ΑΣΚΕ (1), 2005. Η άλλη ήταν το ΠΑΣΟΚ Ιταλίας, όπως μορφοποιείται στην πάλη κατά της κεντρικής γραφειοκρατίας την περίοδο 1979-1990, βλ. Χαραλαμπίδης Μ., ΠΑΣΟΚ : Η σύγκρουση του νέου με το παλιό, εκδ. Γόρδιος, 1993, του ιδίου Για το νέο ραντεβού με την ιστορία- εγκώμιο στην πολιτική (εισήγηση στην πολιτικο-οργανωτική συνδιάσκεψη του ΠΑΣΟΚ, Ιούλιος 1995), εκδ. Γόρδιος, 1995, σελ. 48-50.

Τελικά το ασυμβίβαστο μεταξύ κομματικού-κρατικού αξιώματος ψηφίστηκε στο 8ο συνέδριο ΠΑΣΟΚ (Μάρτιος 2008). Το ΠΑΣΟΚ όμως ήταν πλέον οργανικά κρατικοποιημένο κόμμα και το «ασυμβίβαστο» θεσπίστηκε ως προδρομικό φαινόμενο μιας φιλελεύθερης εκδοχής ουδετερότητας του κράτους-αποπολιτικοποίησης της διοίκησης, που επιβάλλεται στους μνημονιακούς καιρούς διαμέσου της αφαίρεσης ουσιαστικά κεντρικών αρμοδιοτήτων της Ελληνικής Δημοκρατίας, με τη μορφή της θεσμικής ανεξαρτησίας των συγκεκριμένων δομών και υπαγωγής τους στον έλεγχο των μηχανισμών της Ε.Ε. Πιο πρόσφατο παράδειγμα η θεσμική ανεξαρτητοποίηση της Γενικής Γραμματείας Εσόδων από την ελληνική κυβέρνηση. Πρόκειται για κομβικής σημασίας μετασχηματισμό του κράτους και συρρίκνωσης της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας.

282η Ειδική Σύνοδος ΚΕ ΠΑΣΟΚ (η λεγόμενη σύνοδος της Χαλκίδας, Μάρτιος 1986), περ. Σοσιαλιστική Θεωρία και Πράξη, τχ. 2ο/1986, 22η Σύνοδος ΚΕ ΠΑΣΟΚ (Μάιος 1987), περ. Σοσιαλιστική Θεωρία και Πράξη, τχ. 3ο/1987.

29 Παπανδρέου Α., Το ΠΑΣΟΚ μπροστά στο παρόν και το μέλλον της Ελλάδας, εκδ. ΠΑΣΟΚ. Ιούλιος 1988. Μ’ αυτήν την αναφορά δεν υποστηρίζουμε ότι ο Α.Π. δεν συμβάλει στη συγκεκριμένη μετεξέλιξη του ΠΑΣΟΚ, έστω και δύσθυμα – βλ. Βούλγαρης Γ., Η Ελλάδα της μεταπολίτευσης, 1974-1990, εκδ. Θεμέλιο 2002, σελ. 289, 329-334 - απλά ότι πρόκειται για κείμενα, ειδικά το λεγόμενο μανιφέστο του 1988 που φέρει την υπογραφή του, αλλά όχι βασικά χαρακτηριστικά της αναλυτικής σκέψης του Α.Π., βλ. Χαραλαμπίδης Μ., ΠΑΣΟΚ : Η σύγκρουση.... οπ.π., σελ. 109-113. Κοινώς βρίσκονται σε ρήξη με τη θεωρία της εξάρτησης και κινούνται πλησιέστερα στα θεωρητικά σχήματα του εκσυγχρονισμού.

30 Η προσχώρηση στην Σοσιαλιστική Διεθνή του ΠΑΣΟΚ (Απόφαση 31ης Συνόδου ΚΕ, Νοέμβριος 1989), επικυρώνει τυπικά μια διαδικασία που είχε ουσιαστικά ολοκληρωθεί. Γι’ αυτό και δεν συνάντησε εσωκομματικές αντιδράσεις.

31 Ασημακόπουλος Β., Πορεία Αριστερά, εκδ. Γόρδιος, 2016, σελ. 334-337.

32 Εφημερίδα Εξόρμηση, 2-4-1994, όπως παρατίθεται στο Τάσσης Χ., ΠΑΣΟΚ και θεωρία της εξάρτησης : Η ριζοσπαστική νομιμοποίηση της πολιτικής μετριοπάθειας, MonthlyReview, τχ 60(125)/2009, σελ. 133

33 Σημίτης Κ., Δρόμοι Ζωής, εκδ. Πόλις, σελ. 504-505

34 Χαραλαμπίδης Μ., Το Ποντιακό Ζήτημα. Αγώνες και νίκες σε δύο μέτωπα, εκδ. Στράβων, 2014, σελ. 99 επ.

35 Συγγελάκης Α., Δικαιοσύνη και αποζημίωση. Το ζήτημα των γερμανικών οφειλών, Τετράδια, τχ. 62ο-63ο/2013.

36 Στο σημείο αυτό καταθέτω μια προσωπική εμπειρία από την εποχή της ένταξής μου στην ΠΑΣΠ τη περίοδο 1994-1995, ενδεικτική ίσως του κλίματος αποδοχής ή ανοχής κομματικών πρωτοβουλιών-εκδηλώσεων που δεν αντανακλούσαν την κεντρική κομματική γραμμή, αλλά εντάσσονταν (ακόμα) στην ατμόσφαιρα του ΠΑΣΟΚ, σε φάση ραγδαίας υποχώρησης. Τον Μάιο 1995, νομίζω εν όψει του 17ου Πανσπουδαστικού Συνεδρίου, η ΠΑΣΠ Νομικής Αθήνας, συνδιοργάνωσε ή υποστήριξε εκδήλωση του ERNK (πολιτική πτέρυγα του PKK) στο αμφιθέατρο Σβώλου, με θέμα Ο εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας των λαών της Ανατολικής Μεσογείου ή με παρεμφερή τίτλο. Οι ομιλητές που είχαν κληθεί να συμμετάσχουν ήταν ο Μιχάλης Ράπτης (Πάμπλο), ο Μανώλης Γλέζος, ο Βάσος Λυσσαρίδης, ο Μιχάλης Χαραλαμπίδης (μέλος τότε του Ε.Γ. του ΠΑΣΟΚ), ίσως ο Νεοκλής Σαρρής και ένας εκπρόσωπος του κουρδικού εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος.

37 Για το ζήτημα της εσωτερίκευσης και αναπαραγωγής των σχέσεων ιμπεριαλιστικής εξάρτησης στους κυριαρχούμενους κοινωνικούς σχηματισμούς, όπως ο ελληνικός, στη συνάρθρωσή τους με την εγχώρια αστική τάξη, διαμορφώνοντας το κοινωνικο-πολιτικό μπλοκ εξουσίας, βλ. Πουλαντζάς Ν., Οι κοινωνικές τάξεις στον σύγχρονο καπιταλισμό, εκδ. Θεμέλιο, 2001, σελ. 52-53,56 του ιδίου Η κρίση των δικτατοριών, εκδ. Ινστιτούτο Ν. Πουλαντζάς & Θεμέλιο, 2006, σελ. 22.

38 Στην ίδιο νήμα σκέψης βλ. Μάρτος Δ., Δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου : Το στοίχειωμα του νόθου ευρωπαϊσμού στο http://neosagonistis.org/2-neos-agonistis/181-dimopsifisma-5-iouliou-to-stoixeioma-tou-nothou-evropaismou, πρόσβαση στις 24-9-2015

Share
© 2011-2013 Νέος Αγωνιστής