Άρθρα

Και σήμερα τι;

Δημιουργήθηκε στις Παρασκευή, 30 Μάρτιος 2012 Συντάχθηκε από τον/την Σωτήρη Ρούσσο (1)

Βρισκόμαστε σε μια βαθειά αναδιάρθρωση του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος. Από το 1980 οι δυτικές οικονομίες αντικατέστησαν την αύξηση του χρηματικού και κοινωνικού μισθού με τον δανεισμό τόσο των εργαζομένων όσο και των κρατών. Έτσι ο εργαζόμενος είχε την ψευδαίσθηση του μεγαλύτερου εισοδήματος, το κράτος παρείχε κοινωνική προστασία χωρίς ανάλογη φορολογία στα υψηλά εισοδήματα και ο χρηματοπιστωτικός χώρος διονυσιαζόταν από τα κέρδη των “τοξικών χαρτιών”. Ο ανταγωνισμός μεταξύ Κίνας και ευρωατλαντικής οικονομικής συμμαχίας έχει κορυφωθεί και το δυτικό σύστημα δεν αντέχει να συνεχίσει αυτήν την στρατηγική, χρειάζεται εδώ και τώρα ριζική μείωση του εργατικού κόστους και του κοινωνικού κράτους και λιγότερη έκθεση στο επεκτατικό κινεζικό ρευστό.

Το διεθνές σύστημα και κυρίως το ευρωατλαντικό θέλει να “ξαναμαζέψει” το χρήμα, να δημιουργήσει  ημιεξαθλιωμένες  “εφεδρείες” εργασίας, να ανατρέψει ότι γνωρίζαμε ως κοινωνικό συμβόλαιο και κοινωνικές κατακτήσεις και να αντεπιτεθεί στην κινεζική απειλή και γενικότερα στην απειλή των αναδυόμενων οικονομιών.
Η σημερινή οικονομική ισορροπία του ευρωατλαντικού χώρου είναι ιδιατέρως εύθραυστη.  Μια σχετικά μικρή ρωγμή μπορεί να οδηγήσει σε καταστροφή του.  Για αυτό και ο Economist, έγκριτος εκπρόσωπος του παγκόσμιου καπιταλισμού, θεωρεί ότι μια απρογραμμάτιστη, ξαφική και άτακτη χρεωκοπία της Ελλάδας, όπως την περιγράφουν οι ιερεμιάδες της κυβέρνησης, θα σήμαινε καταστροφή για το παγκόσμιο σύστημα. Υπάρχει σχέδιο Β και Γ και Δ...
Συνεπώς τα δύσκολα για την κοινωνία είναι μπροστά με PSI και δανειακή σύμβαση ή χωρίς. Και είναι μπροστά γιατί κανένα από τα καθεστωτικά κόμματα δεν έχει την παραμικρή θέληση και ικανότητα να αναζητήσει τον πλούτο που συσσωρεύτηκε. Αντίθετα, έχουν επιλέξει την ημι-εξαθλίωση μεγάλων κοινωνικών στρωμάτων. Η ημιεξαθλίωση χρειάζεται για να συνοδεύεται η έντονη ανασφάλεια από μια μικρή ψευδαίσθηση καλύτερου μέλλοντος. Δεν αναζητούν λοιπόν τον πλούτο που συσσωρεύτηκε στα χρόνια της μεγάλης κλοπής του Χρηματιστηρίου, στα χρόνια της ολυμπιακής φιέστας και αρπαχτής, στα χρόνια των εργολάβων του τζόγου, της “ισχυρής Ελλάδας” της Siemens, της Hochtief και των “κεκλιμένων” υποβρυχίων (παντού γερμανικές εταιρείες, τυχαίο;), στα χρόνια των τραπεζικών υπερκερδών και στα χρόνια των “δομημένων ομολόγων” και των εργολαβικών συμβάσεων Σουφλιά.
Κανένα από τα καθεστωτικά κόμματα δεν έχει την πολιτική βούληση για πραγματική αλλαγή στα θέματα της δημοκρατικής συμμετοχής. Το πολιτικό προσωπικό τους είναι ανίκανο για κάτι τέτοιο. Ο βασικός λόγος για την κατάσταση του καθεστωτικού πολιτικού προσωπικού δεν είναι βέβαια η ηλικία ή η μη ανανέωσή του αλλά ο μηχανισμός παραγωγής και αναπαραγωγής του, σάπιος, βαθειά μεταπρατικός και άπατρις. Όποιος και να θελήσει να ενταχθεί σε αυτό (παλαιός ή νέος) τις ίδιες … ποδιές πρέπει να φιλήσει.
Την ίδια στιγμή θα πρέπει να αναλογιστούμε ότι καμιά καπιταλιστική αναδιάρθρωση, καμία αναδιάταξη του παγκόσμιου συτήματος δεν έρχεται χωρίς αναδιάταξη του εκπαιδευτικού συτήματος και ιδιαίτερα της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, του μηχανισμού παραγωγής και αναπαραγωγής της ιδεολογίας. Πέραν της μείωσης του κοινωνικού κράτους που ήδη αναφέραμε, η αλλαγή των πανεπιστημιακών δομών είναι αναγκαία για την ιδεολογική νομιμοποίηση των ημιεξαθλιωμένων “εφεδρειών”. Οι φοιτητές θα εισάγονται στις σχολές και θα παίρνουν πτυχίο από αυτές με υπονομευμένη την γνώση τους, όχι ως άρτιοι επιστήμονες αλλά ως “καταρτισμένος” χυλός έτοιμος να γεμίσει κάθε φόρμα και κάθε τρύπα της νέας αγοράς. Υπονομευμένοι και οι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι σε καθεστώς μόνιμης επισφάλειας και σε μια αέναη μάχη άγρευσης πόρων από την αγορά, δηλαδή σε μια αγοραία έκθεσή τους στα φιλάνθρωπα αισθήματα των κυριών που εκείνη την ημέρα και ώρα θα διαλέξουν να στηρίξουν μια ομάδα έρευνας για τα Ησιόδεια Έπη αντί της συνηθισμένης καθόδου στα κοσμηματοπωλεία της Βουκουρεστίου. Ενώ οι ερευνητές και πανεπιστημιακοί των εφαρμοσμένων επιστημών θα άδουν “σε ευχαριστώ ω εταιρεία, εν αφθονία μου παρέχεις, στέγη, τροφή και προστασία”. Και καθώς η δημόσια πανεπιστημιακή εκπαίδευση θα ρημάζει, διάφορα τρωκτικά θα στήνουν παράγκες ιδιωτικών πανεπιστημίων στο ημίφως της συνταγματικής αναθεώρησης που ευαγγελίζεται το σημερινό καθεστωτικό πολιτικό προσωπικό.
Η αγανάκτηση είναι λογική και η οργή είναι σοφία όταν ο αντίπαλος είναι αδίστακτος και εκμαυλισμένος. Το κίνημα πλατειών έπρεπε να συγκροτηθεί και να αποτελέσει το πρώτο σημαντικό ανάχωμα. Στην αρχή αιφνιδίασε το πολιτικό προσωπικό που πίστευε πως τα πελατειακά δίκτυα και τα μέσα κονωνικής επιβολής (ΜΚΕ) ήταν ικανά να αποσοβήσουν σημαντικές κοινωνικές αντιδράσεις. Η αυτο-οργάνωση, η συνεχής αυθόρμητη λαϊκή συμμετοχή, η πολυχρωμία η αυτοπειθαρχία και κυρίως η αυτονομία του κινήματος απέναντι στα ΜΚΕ δεν είναι διαχειρίσιμη από το καθεστωτικό πολιτικό προσωπικό. Στη συνέχεια όμως εγχώριο πολιτικό σύτημα, ΜΚΕ, και υπερεθνικές ελίτ ανασυνταχθηκαν και έθεσαν σε κίνηση τους μηχανισμούς της βίας και του φόβου. Πρώτα η αστυνομοκρατία και οι “χρήσιμοι ηλίθιοι” από την “γυάλα” των Εξαρχείων και μετά “τα τάνκς” και “οι νεκροί της Αργεντινής”. Σε συνδυασμό με αυτά έρχονται οι πολιτικοί εκβασμοί του τύπου “εσείς δηλαδή τι προτείνετε” και “θέλετε την Ελλάδα εκτός Ευρώπης” και οι εκκλήσεις για πατριωτισμό από αυτούς που υποθήκευσαν για δύο και πλέον δεκαετίες την πατρίδα τους για να την εξευτελίσουν και να την εκπορνεύσουν τώρα, καθώς όλα βγαίνουν στο σφυρί.
Η πολιτική ηθική της πλατείας υπήρξε το πρώτο σοβαρό χτύπημα εναντίον της καθεστωτικής ελίτ, πολιτικής και οικονομικής. Η δυνατότητα αυτο-οργάνωσης, δημοκρατικής συμμετοχής και έμπνευσης χιλιάδων πολιτών ήταν το δεύτερο. Η πλήρης απαξίωση του κοινοβουλίου-φρούριου με τον ατσάλινο φράχτη που προστατεύει το καθεστωτικό πολιτικό προσωπικό από τον λαό του ήταν το τρίτο χτύπημα. Ποιά θα είναι η πολιτική απάντηση αντίστασης-διακυβέρνησης στην στρατηγική της ημιεξαθλίωσης, ποιο θα είναι το πολιτικό υποκείμενο που θα αναλάβει την κοινωνική άμυνα και με ποιούς όρους θα διεξαγάγει τη μάχη;
Δεν υπάρχει κανένας λόγος για διάλογο με αυτό το πολιτικό προσωπικό και τους μηχανισμούς αναπαραγωγής του για να βρεθούν εναλλακτικές προτάσεις. Δεν υπάρχει κανένας πρακτικός λόγος να εισερχόμαστε σε οικονομολογική συζήτηση για το τι είναι προτιμότερο, το PSI, η επαναδιαπραγμάτευση ή η στάση πληρωμών, αν όλα αυτά τα “χειριστεί” μια παραλλαγή των σημερινών παρασιτικών, ληστρικών και φαύλων οικονομικών και πολιτικών ελίτ. Η Αριστερά παραμένει κατά περίπτωση αγκιστρωμένη στους σταλινικούς μύστακες, απορροφημένη από παλαιές και νεώτερες τραυματικές ενδογαμίες ή αυτάρεσκα κλεισμένη στον αλαβάστρινο πύργο της αγωνιστικής καθαρότητας. Η κριτική στήριξή της είναι αναγκαία στις σημερινές συνθήκες ως μέσο ύστατης άμυνας απέναντι στο αρμαγεδώνα της αγρίως κερδοσκοπικής καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης.
Αλλά η πραγματική στρατηγική για το άμεσο μέλλον είναι η συγκρότηση ενός Κινήματος Πατριωτικής Λαϊκής Ενότητας. Πατριωτικής γιατί κατέρρευσαν όλοι οι μύθοι της ευημερίας του λαού και της κοινωνικής ανάπτυξης μέσα από την διαδικασία “εξευρωπαϊσμού” της χώρας και της ένταξης της στον θεσμικό ιστό της Ε.Ε. Τα κ-μ της Ε.Ε. και της Ευρωζώνης έχουν κατά 70% περίπου ομογενοποίηση του νομικού και θεσμικού πλαισίου τους έναντι 55% των πολιτειών των ΗΠΑ. Όταν η πραγματική κρίση ήρθε, αμέσως άρχισαν να μιλούν στο Βερολίνο και τη Χάγη για έξοδο της Ελλάδας από την Ευρωζώνη. Κανείς όμως Αμερικανός και σε καμία κρίση δεν διανοήθηκε να ζητήσει την έξοδο της Αριζόνα από τις ΗΠΑ.
Το πολιτικό-δημοκρατικό έλλειμμα της Ε.Ε. δεν είναι απλά αποτέλεσμα κοντόφθαλμης πολιτικής συγκεκριμένων ευρωπαϊκών ηγεσιών αλλά στρατηγική επιλογή των ισχυρών κρατών και του τραπεζικού/κερδοσκοπικού κυρίως κεφαλαίου ώστε να αποφύγει οποιονδήποτε δημοκρατικό έλεγχο της διαδικασίας “εξευρωπαϊσμού”. Απομένει λοιπόν η συγκρότηση ενός ισχυρού πατριωτικού κινήματος που θα αυξάνει τη διαπραγματευτική ικανότητα της χώρας στην Ε.Ε. στηρίζοντας την εθνική οικονομική-παραγωγική ανασυγκρότηση και αντιδρώντας αποτελεσματικά στα μέτρα “εξευρωπαϊσμού” που προσπαθούν να επιβάλλουν οι πολιτικοί-υπάλληλοι των τραπεζιτών-κερδοσκόπων. Ο πατριωτικός χαρακτήρας του κινήματος σε καμία περίπτωση βέβαια δεν αποκλείει τη συνεννόηση και τις συμμαχίες με άλλα ευρωπαϊκά λαϊκά και δημοκρατικά κινήματα. Η σύνδεση με το διεθνές περιβάλλον είναι πολλαπλά χρήσιμη και υπάρχουν προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο.
Θα πρέπει όπως είπαμε το κίνημα να είναι λαϊκό, δηλαδή να αποσκοπεί στην ευημερία των ανθρώπων της εργασίας, δημιουργώντας για αυτόν τον σκοπό ένα νέο αξιακό πλαίσιο, έναν νέο λόγο πολιτικής και ιδεολογικής ηγεμονίας. Δυστυχώς μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1980, ίσως και νωρίτερα, η ευημερία του λαού συνδέθηκε με την ατομική άνοδο, τον ατομικό πλουτισμό και κυρίως τον εκμαυλισμό την σύγχυση της ταξικής ταυτότητας των λαϊκών στρωμάτων με τη λαφυραγώγηση του κράτους. Οι ιθύνουσες ελίτ, προκειμένου να λεηλατούν ανενόχλητες τον εθνικό πλούτο, εξέθρεψαν λογικές ανομίας αντί της ισονομίας, παραγοντισμού και συντεχνιασμού αντί της ταξικής πάλης και τελικά ατομικών λύσεων μέσα στον ιστό του διεφθαρμένου κράτους-πάτρωνα. Η ανάδειξη ενός νέου αξιακού πλασίου στη βάση της πατρίδας ως ιστορικού-κοινωνικού βάθρου, στη βάση των συλλογικών λύσεων και της αλληλεγγύης (που σήμερα συγχέεται με τη φιλανθρωπία) και στη βάση των κοινωνικών αγαθών πρέπει να είναι στο κέντρο της δράσης ενός πατριωτικού λαϊκού κινήματος.
Το Κίνημα Πατριωτικής Λαϊκής Ενότητας πρέπει να στηθεί με αυτοργάνωση σε κάθε γειτονιά και σε κάθε πόλη. Κινήσεις που θα διατηρούν την αυτονομία τους και την πολυχρωμία τους αλλά που θα μπορέσουν να συγκροτήσουν έναν ενιαίο πολιτικό λόγο άμυνας στο ξεπούλημα και την ημι-εξαθλίωση. Με αποτελεσματική, ειρηνική, κοινωνική και πολιτική περιφρούρηση των αγώνων και των κινητοποιήσεων. Με κρατικοποίηση του τραπεζικού τομέα που είναι ο βρχαχίονας του πιο ανήθικου κερδοσκοπικού κεφαλαίου. Με διεκδίκηση του πλούτου που συσσωρεύτηκε τις δύο τελευταίες δεκαετίες. Με διεκδίκηση πραγματικής δημοκρατίας και κοινωνικού ελέγχου. Κυρίως όμως με τη συγκρότηση ενιαίου και στιβαρού πολιτικού λόγου εναλλακτικής διακυβέρνησης για το σήμερα και όχι για ένα ουτοπικό μέλλον. Δεν χρειάζεται το Κίνημα αυτό να ανοίξει διάλογο με την καθεστωτική ελίτ, ούτε με τα ΜΚΕ, γιατί δεν τους χρειάζεται η κοινωνία, είναι άχθος αρούρης για την πατρίδα. Αλλά πρέπει να παρέμβει στην κοινωνία και εκεί απαιτούνται καθαρές, σαφείς κουβέντες, με μαζική αναφορά. Το Κίνημα αυτό μπορεί να τις εκφράσει. Η τεχνολογία της κοινωνικής δικτύωσης είναι ένα πολύ καλό εργαλείο αλλά δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αντικαταστήσει την άμεση πολιτική δουλειά και την παρέμβαση στη συνοικία, στην πόλη, στο χωράφι, στον χώρο εργασίας, στο σχολείο, στα πανεπιστήμια, στους άνεργους και στα κινήματα για ποιότητα ζωής και κοινωνική αλληλεγγύη. Το Κίνημα Πατριωτικής Λαϊκής Ενότητας πρέπει και μπορεί αύριο δηλαδή από σήμερα να γίνει το εναλλακτικό πολιτικό κίνημα εξουσίας.

(1) Ο Σωτήρης Ρούσσος είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και μέλος της Σ.Ε. Νέου Αγωνιστή. Το κείμενο αποτελεί κωδικοποίηση απόψεων του υπογράφοντος σε συνεδριάσεις  της Σ.Ε. Νέου Αγωνιστή, Μάρτιος 2012. 

Share
© 2011-2013 Νέος Αγωνιστής