Άρθρα

Η αναγκαιότητα της συζήτησης για Μεταβατικό Πρόγραμμα

Δημιουργήθηκε στις Τρίτη, 23 Οκτώβριος 2012

του Βασίλη Ασημακόπουλου(1)
Δημοσιεύτηκε στην Αυγή 19 & 20 Οκτωβρη
   
Δύο και πλέον χρόνια από την επιβολή του νεοαποικιακού υβριδικού μνημονιακού καθεστώτος μειωμένης εθνικής κυριαρχίας και μαζικής κοινωνικής εξαθλίωσης, βρισκόμαστε σε μια κομβικής σημασίας καμπή αυτού που εύστοχα ο Στάθης Κουβελάκης έχει χαρακτηρίσει, με ορολογία από τη μαοϊκή αριστερά, ως παρατεταμένο λαϊκό πόλεμο.
    Οι μαζικοί λαϊκοί αντιμνημονιακοί αγώνες αποσάρθρωσαν το δικομματικό σύστημα, όπως ήταν δομημένο από το 1977 με τα ειδικότερα χαρακτηριστικά της εστίας ενιαίου κόμματος που έλαβε μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’80, οδηγώντας το μνημονιακό μπλοκ σε μια διπλή κίνηση λαϊκής απονομιμοποίησης και πολιτικής ενοποίησης (κυβερνήσεις Παπαδήμου-Σαμαρά). Το αντιμνημονιακό μπλοκ πολιτικά εκφράστηκε κυρίως μέσα από το πολιτικό σχήμα του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ, για λόγους που και εμείς έχουμε στο παρελθόν αναλύσει(2). Παρά την εντυπωσιακή καταγραφή του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ στη διπλή εκλογική αναμέτρηση, οι μνημονιακές δυνάμεις κατόρθωσαν να σχηματίσουν κυβέρνηση. Μια τρικομματική κυβέρνηση που έχει το ίδιο βασικό χαρακτηριστικό με την τρικομματική κυβέρνηση Παπαδήμου: ισχυρή κοινοβουλευτική πλειοψηφία και ραγδαία λαϊκή απονομιμοποίηση, σε συνθήκες δυναμικής, ενεργητικής, πολύμορφης και με ασυνέχειες παρουσίας του λαϊκού παράγοντα στον πολιτικό αγώνα.

Η μετεκλογική συγκυρία θέτει επιτακτικά δύο αλληλένδετα μεταξύ τους ζητήματα: την οργάνωση του ενιαίου κόμματος της δημοκρατικής παράταξης της αριστεράς και τη συγκρότηση ενός μεταβατικού προγράμματος. Για το ζήτημα του ενιαίου κόμματος, έχουμε ήδη διατυπώσει κάποιες πρώτες σκέψεις μας(3) και αναλυτικά θα επανέλθουμε εν όψει της Συνδιάσκεψης. Στο παρόν κείμενο θα ασχοληθούμε ακροθιγώς με πτυχές ενός μεταβατικού προγράμματος, κυρίως με ορισμένα βασικά ερωτήματα που μια τέτοια διαδικασία θέτει, τονίζοντας εκ προοιμίου ότι για μας ένα πολιτικό πρόγραμμα – πολύ περισσότερο ένα πρόγραμμα μετάβασης – δεν είναι προϊόν μιας ομάδας τεχνοκρατών (έστω και αριστερών), καθώς δεν αντιμετωπίζει ουδέτερα ή τεχνικά ζητήματα· σε τέτοιου τύπου προσεγγίσεις λανθάνει η κυριαρχία των «ειδικών» επί του λαού, ο οποίος θεωρητικά αδυνατεί να κατανοήσει, αντανακλώντας σ’ ένα χαμηλό επίπεδο αφαίρεσης την αποκοπή των παραγωγικών δυνάμεων από τις κοινωνικές σχέσεις παραγωγής. Το πολιτικό πρόγραμμα δεν είναι προϊόν ούτε μιας επιτροπής προγράμματος αναφερόμενης σε κάποια ιεραρχικά ανώτερη κομματική δομή, αποτέλεσμα της γραφειοκρατικοποίησης του κομματικού σχηματισμού. Απεναντίας είναι μια πολυσύνθετη, δυναμική, εξελισσόμενη, αντιφατική και μαζική διαδικασία, που συμπυκνώνει τις σχέσεις εκπροσώπησης του κοινωνικού μπλοκ όπως αυτές εγγράφονται στην πολιτική πάλη, θέτοντας εκ νέου το κλασικό ζήτημα ποιος/ποιον...
Στο σημείο αυτό πρέπει να γίνει μια επισήμανση. Η συζήτηση για μεταβατικά πρόγραμματα διακόπηκε τόσο στη χώρα μας(4), όσο και στους άλλους ευρωπαϊκούς κοινωνικούς σχηματισμούς, στις αρχές της δεκαετίας του ’80. Η ανίχνευση ενός τρίτου δρόμου για το σοσιαλισμό(5) με δημοκρατία και ελευθερία απέναντι στη σοσιαλδημοκρατία και τα καθεστώτα του ‘υπαρκτού’ ηττόνταν και στην Ευρώπη, μετά την τραγική εμπειρία της πτώσης της Λαϊκής Ενότητας στη Χιλή στις 11-9-1973(6). Η στροφή του γαλλικού PS το ’83 και του ΠΑΣΟΚ το ’85, η αποτυχία του ευρωκομμουνιστικού PCI τόσο στην εκδοχή του ιστορικού συμβιβασμού (’73-’79), όσο και της δημοκρατικής εναλλακτικής λύσης (’80-’84), η εξ υπαρχής συμβιβαστική γραμμή του κυβερνητικού PSOE (1982),  αποτέλεσμα του συμφώνου της Μονκλόα (1977) και της στρατηγικής της ρήξης με διαπραγμάτευση (ruptura negociada), καθώς και η μετριοπαθής γραμμή του πορτογαλικού PS (’77-’78 και ’83-’85) ως απόρροια της υποχώρησης της «επανάστασης των γαρυφάλλων» (Revolução dos Cravos, ’74-’76)(7) και της εφαρμογής δημοσιονομικών προγραμμάτων ΔΝΤ, είχε ως αποτέλεσμα τα σοσιαλιστικά κόμματα του ευρωπαϊκού νότου να συναντηθούν στα μέσα της δεκαετίας του ’80 με τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα της Βόρειας Ευρώπης  που είχαν ήδη περάσει το πρώτο κύμα αναθεωρητισμού τους τη δεκαετία του ‘50(8), και ετοιμάζονταν για τον νέο σοσιαλφιλελεύθερο αναθεωρητισμό τους τη δεκαετία του ’90(9). Η διαφαινόμενη εξέλιξη του ψυχρού πολέμου, ο ΝΑΤΟϊσμός και η φιλοΕΟΚ στάση, προϊόν και αποτέλεσμα της ταξικής πάλης και της συγκεκριμένης συνάρθρωσης εξωτερικών/εσωτερικών παραγόντων, αποτέλεσαν βασικές συντεταγμένες του αναθεωρητικού ρεύματος της σοσιαλδημοκρατίας τόσο στο βορρά, όσο και το νότο της Ευρώπης. Η νέα ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία διαμορφωνόταν υπό την ηγεμονία του προελαύνοντος (νεο)φιλελευθερισμού και των κοινωνικών δυνάμεων που εκπροσωπεί, όπως εγγραφόταν στην εξέλιξη της ΕΟΚ/ΕΕ με την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη (1985) και τη Συνθήκη του Μάαστριχτ (1991), σ’ ένα περιβάλλον που καθοριζόταν σε διεθνοπολιτικό επίπεδο από την πτώση των καθεστώτων του υπαρκτού, τη διάλυση της ΕΣΣΔ (1989-1991) και την, ήδη από το 1978, σταδιακή, μα και ιδιόμορφη ένταξη της Κίνας στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα, αποτέλεσμα της οριστικής ήττας της Πολιτιστικής Επανάστασης (1976)(10). Παρατηρούμε ότι κρίσιμο στοιχείο για την ήττα της σοσιαλιστικής/σοσιαλδημοκρατικής ή κομμουνιστογενούς αριστεράς που αναφέρονταν σε μια γραμμή υπέρβασης του καπιταλιστικού συστήματος σε σοσιαλιστική κατεύθυνση με δημοκρατικές διαδικασίες, όπως συμπυκνωνόταν στα προγράμματα μετάβασης των αντίστοιχων κομμάτων, ήταν η διπλή διαδικασία ενσωμάτωσης των εθνικών κοινωνικών σχηματισμών στο διεθνοποιημένο νεοφιλελεύθερο καπιταλιστικό σύστημα, με κυρίαρχη τη χρηματιστική συσσώρευση κεφαλαίου, που επικράτησε σταδιακά μετά τις κρίσεις του ’73 και του ’79, και την εσωτερίκευση των ιμπεριαλιστικών συντεταγμένων του συστήματος όπως συναρθρώνονται με τις εσωτερικές αστικές τάξεις συγκροτώντας τους εγχώριους συνασπισμούς εξουσίας(11). Στην περίπτωση του ευρωπαϊκού νότου η διπλή αυτή διαδικασία εγγράφεται στην νεοφιλελεύθερη μετεξέλιξη της ΕΟΚ/ΕΕ, όπως συγκεκριμένα αποτυπώνεται με τις τέσσερις βασικές ελευθερίες κίνησης κεφαλαίου, εργασίας, αγαθών, υπηρεσιών(12) και της γενικής και δεσμευτικής για τα κράτη-μέλη αρχής, που περιλαμβάνεται στην Ευρωσυνθήκη της Λισαβόνας (2007), της «άκρως ανταγωνιστικής κοινωνικής οικονομίας της αγοράς», που τείνουν να ερμηνεύονται ως υπέρτερες των εθνικών συνταγματικών κανόνων, εσωτερικοποιούνται ως τέτοιες στο εγχώριο δικαιικό σύστημα, απόρροια του συσχετισμού δύναμης του διεθνούς χρηματιστικού κεφαλαίου στην ετεροβαρή συνάρθρωσή του με τις εσωτερικές αστικές τάξεις απέναντι στις δυνάμεις της εργασίας. Χαρακτηριστική η περίπτωση της υπ’ αριθ. 668/2012  απόφασης του Συμβουλίου Επικρατείας που έκρινε συνταγματικό το 1ο μνημόνιο (ν. 3845/2010), με έννοια κλειδί την «ανταγωνιστικότητα». Οι δυνάμεις της κεφαλαιοκρατίας πέτυχαν την τελευταία 20ετία να στεγανοποιήσουν το σύστημα από κάθε λαϊκό έλεγχο που είχε με τον έναν ή τον άλλο τρόπο επιβληθεί στην πολιτική κοινωνία κατά τη μεταπολεμική περίοδο, προχωρώντας σε μια φιλελεύθερη και συγχρόνως αντιδημοκρατική οργάνωση της παραγωγικής διαδικασίας και της θεσμικής υλικότητας των κρατών και των υπερεθνικών μορφωμάτων. Οι δυνάμεις της αριστεράς είτε ιστορικά ηττημένες (κομμουνιστικές), είτε οργανικά ενσωματωμένες (πρώην σοσιαλδημοκρατικές), αδυνατούσαν να σταθούν ανταγωνιστικά απέναντι στις δυνάμεις της κεφαλαιοκρατίας. Γι’ αυτό και από το 1989-90 και μετά δεν έχει υπάρξει αριστερή κυβέρνηση με την έννοια της εκπροσώπησης των κυριαρχούμενων κοινωνικών τάξεων απέναντι στον κυρίαρχο συνασπισμό εξουσίας σε κράτος-μέλος της Ε.Ε., συγκρουόμενη με τους (νεο)φιλελεύθερους συστημικούς οικονομικούς καταναγκασμούς. Γι’ αυτό πολύ περισσότερο και δεν υπήρξε όλη αυτή την περίοδο στον πολιτικό αγώνα συζήτηση περί μεταβατικού προγράμματος σε σοσιαλιστική κατεύθυνση(13). Οι υλικοί και ιδεολογικοί όροι κυριαρχίας των «από πάνω» ήταν συντριπτικοί.
 Απεναντίας, στους κοινωνικούς σχηματισμούς της Λατινικής Αμερικής, εδώ και περισσότερο από μια δεκαετία,  λόγω της ανόδου της πάλης των μαζών απέναντι στην ιμπεριαλιστική εξάρτηση και τους εγχώριους συνασπισμούς εξουσίας, έχει τεθεί το ζήτημα της μεταβατικής δημοκρατικής διαδικασίας με όρους πραγματικούς, κινηματικούς, διανοητικούς, με όρους εξουσίας και  κοινωνικού μετασχηματισμού. Αυτό που ονομάστηκε σοσιαλισμός του 21ου αιώνα(14). Υπάρχει συγκεκριμένη εμπειρία, την οποία οφείλουμε να μελετήσουμε, να ερμηνεύσουμε, να κατανοήσουμε και δημιουργικά να την εντάξουμε στο δικό μας αγώνα. Λ.χ. η λαϊκή αντιιμπεριαλική ιδεολογία, η ενότητα του εθνικού με το κοινωνικό (όπως χαρακτηριστικά αποτυπώνεται στο λόγο του Τσάβες ή του Κορέα), το ιστορικό ζήτημα της ύπαρξης  ανεπτυγμένου περιφερειακού διεθνισμού που δεν είναι αντιπαραθετικός στον λαϊκό δημοκρατικό πατριωτισμό, αλλά συμπληρωματικός, που για  την περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και των Βαλκανίων ήδη από την εποχή του Ρήγα είναι ζητούμενο που όμως μέχρι σήμερα δεν υφίσταται με οδυνηρές συνέπειες για τους λαούς(15), το ζήτημα των σχέσεων με τους εξωτερικούς δανειστές, την εσωτερική οικονομική ολιγαρχία και τους μηχανισμούς χειραγώγησης και προπαγάνδας που κατέχει, το ζήτημα της παραγωγικής διαδικασίας, της δημοκρατικής οργάνωσης του κράτους, των δομών κοινωνικής αλληλεγγύης, των νέων σοσιαλιστικών θεσμών κλπ    

(Τέλος α΄ μέρους)

Η κρίση του παγκόσμιου καπιταλισμού από τον Ιούλιο-Αύγουστο 2007 μέχρι και σήμερα(16), όπως εξελίσσεται και εσωτερικεύεται στον ενδοϊμπεριαλιστικό ανταγωνισμό, διεθνώς αλλά και εντός της ΕΕ, εκδηλώθηκε με ιδιαίτερη ένταση στις περιφερειακές χώρες της ευρωζώνης και κυρίως στην πατρίδα μας. Η διαδικασία του ιδιαίτερου τρόπου συμπύκνωσης και εκδήλωσης της κρίσης, σε συνδυασμό με τη μνημονιακή στρατηγική που για λόγους υλικούς – και δευτερευόντως ιδεολογικούς –   ακολούθησε  ο εγχώριος αστισμός, οδηγεί στην  πιθανή προοπτική μιας λαϊκής κυβέρνησης με πυρήνα τον ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ, με όρους ρήξης με το μνημονιακό σύστημα εξάρτησης της χώρας και εξαθλίωσης της κοινωνίας, μέσα από μια διαδικασία επιδείνωσης των καθημερινών όρων ζωής των ανθρώπων και ανόδου των κοινωνικών αγώνων. Η προοπτική αυτή και οι ανάγκες των πολλών είναι που ορμητικά ανοίγουν τη συζήτηση για ένα μεταβατικό αντιμνημονιακό πρόγραμμα που θα εκκινεί από τον εκδημοκρατισμό και την παραγωγική ανασυγκρότηση μέχρι την προοπτική του σπασίματος του εθνικού κοινωνικού σχηματισμού από τον καπιταλισμό, ανοίγοντας διαδικασίες σοσιαλιστικού μετασχηματισμού – για πρώτη φορά σε κράτος-μέλος της ΕΕ και μάλιστα της Ευρωζώνης, έστω της περιφέρειάς της(17). Είναι ζήτημα συσχετισμού δυνάμεων εντός του λαϊκού αντιμνημονιακού μπλοκ, όπως συγκεκριμένα θα αποκρυσταλλωθεί στο ενιαίο κόμμα της αριστεράς και σε ποιά συγκυρία της ταξικής πάλης θα έρθει στην εξουσία η δημοκρατική παράταξη της αριστεράς. Σε κάθε περίπτωση, ένα μεταβατικό πρόγραμμα οφείλει να ανοίξει τη συζήτηση για όλα τα ζητήματα: από το χρέος και το νόμισμα, μέχρι την παραγωγική ανασυγκρότηση και τις κοινωνικές σχέσεις παραγωγής, το κράτος και τους θεσμούς, τα γεωπολιτικά θέματα και τους προσανατολισμούς της χώρας  κλπ. Να ορίσει η αριστερά την ημερήσια διάταξη της πολιτικής αντιπαράθεσης και να μην εμφανίζεται απολογούμενη.   
Το μεταβατικό πρόγραμμα πρέπει να ορίζεται ως ευθέως ανταγωνιστικό απέναντι στη δικτατορία του χρηματιστικού κεφαλαίου, όπως μάλιστα συγκεκριμένα υλοποιείται από τη μνημονιακή στρατηγική και τους κοινωνικούς υποστηρικτές της. Όπως έχει κατ’ επανάληψη τονιστεί, πέραν των διεθνών πιστωτών και της θεσμικής τους έκφρασης (τρόικα), οι αντίπαλοι είναι η μνημονιακή πολιτική τάξη, το εγχώριο τραπεζικό κεφάλαιο και τα ιδιωτικά ΜΜΕ, και ειδικότερα η συγκεκριμένη οργανική σχέση που συγκροτεί αυτό το τρίγωνο εξουσίας(18). Είναι λάθος να θεωρηθεί ότι ο μνημονιακός μηχανισμός μετά από μια ενδεχόμενη εκλογική ήττα, όσο βαριά και αν είναι, θα παραδοθεί. Απεναντίας θα αρχίσει αμέσως την αντεπίθεσή του με στόχο στην αρχή να ελέγξει την κυβέρνηση της αριστεράς, υπερτονίζοντας δυσλειτουργίες και προβλήματα που με βεβαιότητα θα εμφανιστούν, παράλληλα θα ενισχύει δευτερεύουσες αντιθέσεις που θα ανακύψουν εντός της αντιμνημονιακής κοινωνικής συμμαχίας, θα εξαπολύσει τα ακροδεξιά τάγματα έφοδου για να προκαλέσει κλίμα τρομοκρατίας, ανασφάλειας και γενικευμένης σύγχυσης και, τελικά, θα επιχειρήσει να ρίξει την κυβέρνηση, αφού προηγουμένως την έχει φθείρει. Είναι αυταπάτη ή ψευδαίσθηση να νομισθεί ότι μπορεί να υπάρξει συμβιβασμός με την τρόικα, το μνημόνιο και την εγχώρια οικονομική ολιγαρχία(19). Γι’ αυτό μια κυβέρνηση της αριστεράς πρέπει άμεσα και γρήγορα να αποστερήσει από το μνημονιακό μπλοκ εκείνους τους μηχανισμούς που θα ενεργοποιηθούν για να ρίξουν τη λαϊκή κυβέρνηση. Ειδικότερα, θα πρέπει να εθνικοποιήσει τις τράπεζες, να ελέγξει την κίνηση του κεφαλαίου, αντιμετωπίζοντας την φυγή κεφαλαίων στο εξωτερικό, να θέσει κανόνες δημοκρατικής ρύθμισης στα ΜΜΕ και να προετοιμαστεί στο ιδεολογικό πεδίο να αντιμετωπίσει την αντεπίθεση της (νεο)φιλελεύθερης δεξιάς που θα επικαλείται τον ‘ολοκληρωτισμό’ της αριστεράς αναφορικά με την οικονομική ελευθερία και τον ‘πλουραλισμό’ στην ενημέρωση. Το 20ετές πάρτυ πρέπει να τελειώσει και αυτό να αποτυπωθεί στο υλικό, θεσμικό και συμβολικό επίπεδο.
Επόμενη θεμελιώδης σύγκρουση  είναι με τους διεθνείς πιστωτές και το πλέγμα των δανειακών συμβάσεων. Εκτός από την κατάργηση της εσωτερικής μνημονιακής νομοθεσίας (εργασιακή βαρβαρότητα, ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας κλπ), η κυβέρνηση της αριστεράς θα πρέπει άμεσα να προχωρήσει σε αναστολή πληρωμών τόκων και χρεολυσίων ή χρεωστάσιο όπως λέει ο Μανώλης Γλέζος(20), συγκροτώντας διεθνή επιτροπή λογιστικού ελέγχου του χρέους. Η ευθεία σύγκρουση με τους νεοφιλελεύθερους οικονομικούς καταναγκασμούς του συστήματος προϋποθέτει βασικές απαντήσεις στο ενεργειακό, το διατροφικό, το ζήτημα του φαρμάκου(21). Υπάρχει άμεση ανάγκη συγκεκριμένου σχεδίου παραγωγικής και κοινωνικής ανασυγκρότησης της χώρας. Το ζήτημα των συμμαχιών στην Ευρώπη είναι κομβικής σημασίας, αρθρωμένο γύρω από το ποια Ευρώπη θέλουμε, ακριβώς σε μια περίοδο που οξύνονται οι ανταγωνισμοί εντός Ε.Ε., χωρίς  η αλληλοαποκλειόμενη τάση να υπερισχύει (ακόμα;) της αλληλοσυμπληρούμενης, όπως ισως θα έλεγε ο Νίκος Ψυρούκης (βορράς/νότος, ευρωμεσογειακή περιφέρεια/ γερμανία και σύμμαχοί της κλπ).  Η ρήξη με το ευρώ και ενδεχόμενη έξοδος από την ΟΝΕ ή και την Ε.Ε., η οποία σε καμία περίπτωση δεν μπορεί εκ προοιμίου να αποκλείεται, ανοίγει αμέσως γεωοικονομικά και γεωπολιτικά ζητήματα αναφορικά με τη θέση της χώρας στην ευρύτερη περιοχή, με όρους ριζικά διαφορετικούς απ’ ό,τι προηγουμένως(22). Στρατηγικής σημασίας θέματα για τα οποία το ενιαίο κόμμα της αριστεράς σήμερα και μια λαϊκή κυβέρνηση αύριο πρέπει να έχουν θέση και πολιτική γραμμή.
    Επόμενο κομβικής σημασίας ζήτημα για ένα μεταβατικό πρόγραμμα είναι το κράτος(23). Η διαδικασία εκδημοκρατισμού και μετασχηματισμού του, καθώς και η συγκρότηση νέων θεσμών λαϊκού ελέγχου πρέπει να είναι στο επίκεντρο του προγράμματος. Το κράτος και στην πράξη (πέραν των θεωρητικών προσεγγίσεων) δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ουδέτερος θεσμός ή εργαλείο. Χωρίς δυνατότητα επέκτασης στο κεντρικής σημασίας ζήτημα του κράτους, αξιωματικά τονίζουμε ότι η συγχώνευση κόμματος-κράτους είναι μοιραία σχέση για την αριστερά. Την ακυρώνει. Αυτό φωνάζει η ιστορική διεθνής και εγχώρια εμπειρία.  
     Προσπαθήσαμε να θέσουμε ορισμένα ερωτήματα σε σχέση με ένα μεταβατικό αντιμνημονιακό πρόγραμμα σε σοσιαλιστική κατεύθυνση. Τα ζητήματα του κόμματος και του προγράμματος που οργανικά συνδέονται είναι τα κρισιμότερα, κατά τη γνώμη μας, θέματα της συγκυρίας για την αριστερά και το λαϊκό δημοκρατικό αντιμνημονιακό κίνημα. Από την απάντηση που θα δοθεί, θα κριθεί και η απάντηση στο δίλημμα που οι κοινωνικοί και πολιτικοί μας αντίπαλοι θέτουν. Ρήξη ή ενσωμάτωση...   
                 
(1) Δικηγόρος, μέλος Σ.Ε. Νέου Αγωνιστή
(2) Βλ. κείμενο Περί μετώπου στη συλλογική έκδοση του Νέου Αγωνιστή, Έξοδος - στο δρόμο για τη λαϊκή μεταπολίτευση, σελ. 201 επ., εκδ. Τετράδια/Νέος Αγωνιστής, 2012.
(3) Βλ. το κείμενό μας σχετικά με το ενιαίο κόμμα, Αυγή της Κυριακής, 15/7/2012.
(4) Ενδεικτικά βλ. Μετάβαση στο σοσιαλισμό, Οι διαστάσεις της δομικής αλλαγής, Διεθνές συνέδριο, Πάντειος 1980, εκδ. Αλέτρι, 1981, Η σημερινή κρίση του καπιταλισμού. Θεωρητικά προβλήματα και εναλλακτικές λύσεις στη δυτική Ευρώπη, Κέντρο Μαρξιστικών Σπουδών, Πάντειος, 1981, εκδ. Θεμέλιο 1982, όπου μπορούν να διαπιστωθούν οι διαφορετικές προσεγγίσεις στα επίδικα ζητήματα της συγκυρίας των ρευμάτων της εξάρτησης και της ανανεωτικής αριστεράς.
(5) Με τις ιδιαιτερότητες και ιδιομορφίες που συνεπάγεται η παρουσία τους ως μαζικών κομμάτων σε διαφορετικούς εθνικούς σχηματισμούς
(6) Για το ζήτημα της Χιλής, βλ. το συλλογικό Χιλή. Η ταξική αναμέτρηση, εκδ. Βέργος, 1974, Σουήζυ Π.- Μαγκτωφ Χ. (επιμ), Επανάσταση και Αντεπανάσταση στη Χιλή, εκδ. Καρανάση, 1983
(7) Σασούν Ντ., Εκατό χρόνια σοσιαλισμού, τ. Β΄,εκδ. Καστανιώτη, 2001
(8) Χαρακτηριστική αλλά κάθε παρά μεμονωμένη η περίπτωση του SPD στο Συνέδριο της Βάδης-Γκοντεσμπερκ 1959. Και στις περιπτώσεις των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων της Βόρειας Ευρώπης παρατηρούνται ιδιαιτερότητες λόγω των ιδιομορφιών των εθνικών κοινωνικών σχηματισμών που τα κόμματα δρουν. Για την εξέλιξη της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας την περίοδο 1945-2001 βλ., Moschonas G.,
Inthenameofsocialdemocracy, Verso, 2001
(9) Βλ. Κατσούλης Ηλ. (επιμ) Νέα Σοσιαλδημοκρατία, εκδ. Ι.Σιδέρης, 2002
(10) Ειδικά για το ζήτημα αυτό βλ. Μπετελέμ Σ., Το μεγάλο άλμα προς τα πίσω, Ειδική Έκδοση Μηνιαία Επιθεώρηση (Monthly Review), 1978.
(11) Με την έννοια που δίνει ο Νίκος Πουλαντζάς στη διαδικασία της εσωτερίκευσης, αλλά και στην έννοια της εσωτερικής αστικής τάξης, στο έργο του Οι κοινωνικές τάξεις στον σύγχρονο καπιταλισμό, εκδ. Θεμέλιο, 2001, σελ 56 & 88 επ.
(12) Βλ. Φωτόπουλου Τ., Η νεοφιλελεύθερη συναίνεση και η κρίση της οικονομίας ανάπτυξης, εκδ. Γόρδιος, 1993 και του ιδίου Η Ελλάδα ως προτεκτοράτο της υπερεθνικής ελίτ : Η ανάγκη για άμεση έξοδο από την Ε.Ε. και για αυτοδύναμη οικονομία, εκδ. Γόρδιος, 2010.
(13) Αρκεί κανείς να αντιπαραβάλει τον αριθμό των κομματικών εκδόσεων που αναφέρονταν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στις διαδικασίες μετάβασης και την κεντρικότητα που είχε η συγκεκριμένη θεματολογία την περίοδο ’74-’83 στην Ελλάδα.
(14) Βλ. ενδεικτικά Χάρνεκερ Μ., Πραγματοποιώντας το αδύνατο. Η αριστερά στο κατώφλι του 21
ου αιώνα, εκδ. Οδυσσέας 2007, Α.Ρ. Αράκε- Α.Μ. Ρόχας, Ο σοσιαλισμός της Βενεζουέλας και το κόμμα που θα τον προωθήσει, εκδ. PSUV (Ενιαίο Σοσιαλιστικό Κόμμα Βενεζουέλας)- Κ.Ψ.Μ., 2009.
(15) Για το ζήτημα του περιφερειακού διεθνισμού, βλ. Χαραλαμπίδης Μ., Πώς μπορεί να κυβερνά η αριστερά, εκδ. Στοχαστής, 1986, σελ. 91 επ.
(16) Για το ζήτημα της κρίσης αντί πολλών βλ. το ιδιαίτερα κατατοπιστικό και περιεκτικό άρθρο του Θέμη Δελβιζόπουλου, Τέσσερα χρόνια μετά-Η εξέλιξη της κρίσης, στην ιστοσελίδα
www.iskra.gr, 3-10-2012
(17) Σωτήρης Π., Σκέψεις πάνω στην αριστερά στην εξουσία, στην ιστοσελίδα
www.monthlyreview.gr, 23-10-2008
(18) Ενδεικτικά βλ. ομιλία Αλέξη Τσίπρα στο 1
ο φεστιβάλ νέων ΣΥΡΙΖΑ, Άλσος Γουδή, 6-10-2012.
(19) Όπως εύστοχα συνοψίζει ο Στάθης Κουβελάκης «....Και τούτο, όχι γιατί η επιδίωξη του συμβιβασμού, ο ‘ρεφορμισμός’ θα λέγαμε με μια ουδέτερη έννοια, είναι εξ ορισμού παράλογος ή προδοτικός. Υπάρχουν, όμως συγκυρίες όπου η επιλογή της ριζοσπαστικότητας και της σύγκρουσης δεν απορρέει από υποκειμενισμό ή από ιδεολογικό μαξιμαλισμό, αλλά από την ίδια τη λογική της κατάστασης...», στο άρθρο Πάνω στο ηφαίστειο, εφημ. Δρόμος της Αριστεράς, 13-10-2012
(20) Βλ. συνέντευξη Μανώλη Γλέζου, Αυγή της Κυριακής, 14-10-2012.
(21) Για τα ζητήματα που θέτει ένα μεταβατικό πρόγραμμα σε σοσιαλιστική κατεύθυνση, στο πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο, βλ. Σακελλαρόπουλος Σ., Η εποχή μας, εποχή της νίκης, εποχή της επανάστασης; στην ιστοσελίδα
www.iskra.gr, 30-9-2012
(22) Για τα γεωοικονομικά-γεωπολιτικά ζητήματα της συγκυρίας με αφορμή την επίσκεψη της Μέρκελ (με το συνυπολογισμό του τουρκικού παράγοντα στις εξελίξεις θα προσθέταμε ) βλ. το κατατοπιστικό άρθρο του Ζήση Δ. Παπαδημητρίου, Η αθέατη πλευρά της επίσκεψης Μέρκελ, Αυγή της Κυριακής, 14-10-2012
(23) Για το ζήτημα αυτό βλ. την ενδιαφέρουσα συζήτηση του Νίκου Πουλαντζά με τον HenriWeber (1977) για το κράτος και τη μετάβαση στο σοσιαλισμό, όπως δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Θέσεις, τχ. 29/1989





              
     

Share
© 2011-2013 Νέος Αγωνιστής