Άρθρα

Συμβολή του Δικτύου Αριστέρων Σοσιαλιστών - Νέος Αγωνιστής στην Πανελλαδική συνδιάσκεψη του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ (29/11– 2/12/2012)

Δημιουργήθηκε στις Σάββατο, 01 Δεκέμβριος 2012

Το πολιτικό εγχείρημα του νέου κόμματος της αριστεράς συνδέεται και αλληλοτροφοδοτείται από την ανάγκη της ελληνικής κοινωνίας να βρει διέξοδο από το χάος και την καταστροφή που επεκτείνονται και βαθαίνουν όσο συνεχίζονται οι μνημονιακές πολιτικές. Σήμερα οι λαϊκές τάξεις της χώρας μπροστά στο φάσμα της εξαθλίωσης και του γενικού ξεπουλήματος προσπαθούν να κατανοήσουν το τι συμβαίνει και να επιλέξουν τρόπους αντίδρασης. Η κρίση έχει μετατραπεί με την εφαρμογή των μνημονιακών πολιτικών σε καταστροφή. Κυριαρχεί η ανάγκη και η οργή. Αυτές όμως είναι απαραίτητο να μετατραπούν σε λόγο και πράξη, σε σχέδιο πολιτικής αντιμετώπισης, σε προοπτική. Κι αυτό μόνο η αριστερά μπορεί να το κάνει με όρους αξιοπρέπειας, ανθρωπιάς και δημοκρατίας.

ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΞΙΕΣ

Πριν απ όλα πρέπει να απαντήσουμε στο πρόβλημα αξιών της ελληνικής κοινωνίας .Είναι αναγκαίο ένα νέο αξιακό πλαίσιο και ένας νέος λόγος πολιτικής και ιδεολογικής ηγεμονίας. Δυστυχώς μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1980, ίσως και νωρίτερα, η ευημερία του λαού συνδέθηκε με την ατομική άνοδο, τον ατομικό πλουτισμό και κυρίως τον εκμαυλισμό και την σύγχυση της ταξικής ταυτότητας των λαϊκών στρωμάτων με τη λαφυραγώγηση του κράτους. Οι ιθύνουσες ελίτ, προκειμένου να λεηλατούν ανενόχλητες τον εθνικό πλούτο, εξέθρεψαν λογικές ανομίας αντί της ισονομίας, παραγοντισμού και συντεχνιασμού αντί της ταξικής πάλης και τελικά ατομικών λύσεων μέσα στον ιστό του διεφθαρμένου κράτους-πάτρωνα. Η ανάδειξη ενός νέου αξιακού πλαισίου στη βάση της πατρίδας ως ιστορικού-κοινωνικού βάθρου, στη βάση των συλλογικών λύσεων και της αλληλεγγύης (που σήμερα συγχέεται με τη φιλανθρωπία) και στη βάση των κοινωνικών αγαθών πρέπει να είναι στο κέντρο της δράσης ενός πατριωτικού λαϊκού κινήματος.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΛΑΪΚΗ ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΗ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ

Το παλιό πολιτικό σύστημα, το πολιτικό καθεστώς που κυριάρχησε μετά την δικτατορία της 21ης Απριλίου 1967, έχει χρεοκοπήσει μαζί με το μεταπολεμικό οικονομικό μοντέλο της χώρας. Η πορεία της Ελλάδας θα αποφασιστεί στο πολιτικό επίπεδο. Είναι δεδομένο ότι το πολιτικό της σύστημα θα ανασυγκροτηθεί. Όμως ο λαός έχει την εμπειρία της ανασυγκρότησης του πολιτικού συστήματος που έγινε από την ελληνική κεφαλαιοκρατία και τους πολιτικούς εκπροσώπους της το 1974. Οι κατακτήσεις του λαού στο επίπεδο των πολιτικών ελευθεριών, στα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα της πρώτης μεταπολιτευτικής περιόδου λόγω της μαχητικής παρουσίας του λαϊκού κινήματος και της ιδεολογικής ηγεμονίας της αριστεράς, μετά την τομή του 1989-1990 και την τροποποίηση του συσχετισμού δυνάμεων κεφαλαίου και εργασίας εντός και εκτός της χώρας, σταδιακά αναιρέθηκαν.
Σήμερα ο ελληνικός λαός βλέπει για μια ακόμα φορά στην ιστορική διαδρομή του εθνικού μας κοινωνικού σχηματισμού, την άρχουσα τάξη στηριζόμενη στα <<ευρωπαϊκά>> και άλλα διεθνή όργανα του καπιταλιστικού συστήματος, να μετατρέπει την κοινωνία σε εργαστήρι μαζικής εξαθλίωσης, να ξεπουλά τη χώρα επιδιώκοντας να διασφαλίσει μόνο τα δικά της ιδιοτελή ταξικά συμφέροντα.
Η ελληνική αστική τάξη, λόγω της μεταπρατικής φύσης και των χαρακτηριστικών της, συνέπεια της ειδικού τύπου συνάρθρωσής της με τη διεθνή κεφαλαιοκρατία και εσωτερίκευσης των σχέσεων και δομών ιμπεριαλιστικής εξάρτησης, παραιτείται από την ηγεσία του έθνους. Για μια ακόμα φορά. Επιχειρεί να καλύψει αυτό το γεγονός χρηματοδοτώντας φασιστικές συμμορίες, αναβαθμίζοντάς τες σε κόμμα και δημαγωγώντας ασύστολα με συκοφαντίες εναντίον του λαού που αντιστέκεται και της αριστεράς που την αντιμάχεται.
Η ανασυγκρότηση του πολιτικού συστήματος μπορεί και πρέπει να γίνει αυτή τη φορά κάτω από την ηγεμονία της αριστεράς. Να γίνει λαϊκή μεταπολίτευση και όχι ανασυγκρότηση της αστικής κυριαρχίας. Βλέπουμε τι σημαίνει το ένα και το άλλο. Η πολιτική της κυβέρνησης Σαμαρά και η κατάντια το αποκαλούμενου ΠΑΣΟΚ και του κόμματος που ισχυρίζεται ότι είναι Δημοκρατική Αριστερά είναι σαφές ότι οδηγούν σε μια θωρακισμένη <<δημοκρατία>> των Πράξεων Νομοθετικού Περιεχομένου, που προσπαθεί να ενσωματώσει μια ιδιαίτερα επιθετική ακροδεξιά ρητορεία να <<κανονικοποιήσει>> ρατσιστικές πρακτικές και να θεσμοθετήσει την πλήρη απορρύθμιση της οικονομίας, τον κοινωνικό κανιβαλισμό και τη διάρρηξη του κοινωνικού ιστού. Το κοινωνικό κράτος εκμηδενίζεται και η αποστολή του ανατίθεται στην φιλανθρωπία, έστω κι αν αυτή αποτελεί πλέον καταφύγιο της κοινωνικότητας και πολύτιμη βοήθεια για μέρος των απελπισμένων.
Η λαϊκή μεταπολίτευση δεν μπορεί όμως να είναι - όπως η προηγούμενη-απλώς μια πολιτική εναλλαγή. Σημαίνει βαθύ εκδημοκρατισμό του κράτους της κοινωνίας και της νοοτροπίας , ακόμα και στην θεωρούμενη ιδιωτική σφαίρα της ζωής των ανθρώπων. Σημαίνει επομένως αμφισβήτηση, τουλάχιστον έναρξη της αμφισβήτησης- της αστικής ηγεμονίας και της καπιταλιστικής εξουσίας. Με αυτή την έννοια εντάσσεται στην διαδικασία της μετάβασης σε άλλο κοινωνικοοικονομικό σύστημα, τον σοσιαλισμό.
Απαραίτητο παρακολούθημα, επιδίωξη αλλά και εργαλείο της είναι η παραγωγική ανασυγκρότηση της οικονομίας. Δεν υπάρχει νέο ξεκίνημα στην καμένη μηχανή του μεταπολεμικού οικονομικού μοντέλου, όπως διατείνεται ο κ.Σαμαράς. Η χώρα πρέπει να ξαναχτίσει την παραγωγική της μηχανή με άλλους όρους, λαμβάνοντας πριν απ όλα τον ριζικό μετασχηματισμό της κοινωνίας της , το ισχυρό μορφωτικό επίπεδο της νεολαίας της. Η λογική της οικονομίας που στηρίζεται σε χαμηλούς μισθούς έχει χρεοκοπήσει. Παρεμπιπτόντως, αυτή η λογική στέλνει σήμερα τον ανθό της ελληνικής νεολαίας μετανάστες στο εξωτερικό και «καλεί» εξαθλιωμένους από τον τέταρτο κόσμο για να τους στοιβάξει στα εργασιακά κάτεργα και στα κοινωνικά γκέτο. Το νέο παραγωγικό υπόδειγμα της οικονομίας, ο νέος σχεδιασμός της ανάπτυξης δεν είναι λοιπόν απλώς ζήτημα πόρων. Οι πόροι είτε δανειακοί είτε άλλοι απλώς θα πέσουν στο τρύπιο πιθάρι των Δαναϊδων αν δεν υπάρχει η πολιτική, το σχέδιο της παραγωγικής ανασυγκρότησης. Αυτήν πρέπει να περιγράψουμε, να επεξεργαστούμε και να οργανώσουμε το επόμενο διάστημα.
Μια απαραίτητη διευκρίνιση: πρέπει να μην ξεχνούμε ότι στην εποχή μας διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου δεν σημαίνει ανάπτυξη και στην αντίληψή μας ανάπτυξη δεν σημαίνει διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Επομένως και η παραγωγική ανασυγκρότηση που θα προωθήσουμε στηρίζεται και ανατροφοδοτείται από την προτεραιότητα της ικανοποίησης των κοινωνικών αναγκών και την αναβάθμιση της δύναμης, της επιρροής και του ρόλου των εργαζομένων και στην οικονομία, όπως και στην πολιτική και την οικονομία.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ

Η κρίση του καπιταλισμού (στην οποιά αποκαλύφθηκε ως αδύναμος κρίκος η χώρα μας) έχει μορφή και περιεχόμενο. Κυρίαρχη μορφή είναι η ιλλιγγιώδης αύξηση του πλασματικού κεφάλαιου, που σε συνθήκες μονεταρισμού και αντιπληθωριστικών πολιτικών απαιτεί υλικά, πραγματικά κέρδη αποδιαρθρώνοντας της πραγματική οικονομία. Αυτή άλυτη αντίφαση παράγει γενικευμένη ύφεση , συνεχείς κρίσεις που από τις περιφέρειες έφτασαν στα κέντρα του καπιταλισμού και οδηγούν στην καταστροφική επιλογή της πραγματοποίησης νέων κερδών όχι μόνο μέσω κατανομής της υπεραξίας σε βάρος των πιο αδύναμων καπιταλιστών (και χωρών) αλλά και με διαδικασίες ιδιοποίησης των μικρότερων κεφαλαίων (ή και κρατικών περιουσιών) αφού προηγουμένως μεθοδευτεί η υποτίμησή τους, ώστε να αγοραστούν (συνήθως έναντι χρεών) σε τιμή υποπολλαπλάσια της αξίας τους.
Στο βάθος όμως της κρίσης είναι η επίσης άλυτη αντίφαση ανάμεσα στην εκτεταμένη κοινωνικοποίηση της παραγωγής και στον ιδιωτικό έλεγχό της από τους μεγάλους μονοπωλιακούς καπιταλιστικούς ομίλους, που παρά την γενική υποτίμηση της εργατικής δύναμης, την υποβάθμιση - αποδόμηση του κοινωνικού κράτους και την μείωση των μισθών, αδυνατούν να ανακόψουν την πτώση των κερδών και να οργανώσουν ορθολογικά την παραγωγή.
Αυτά σημαίνουν ότι οι πολιτικές διαχείρισης που προτείνουν ή εύχονται πολλοί (κυρίως εκτός αριστεράς) αντιμνημονιακοί είναι λανθασμένες, ανεπαρκείς και στο βάθος αδιέξοδες.

ΟΙ ΚΑΤΑΒΟΛΕΣ ΜΑΣ

Γίνεται πολύς λόγος για τις καταβολές του νέου κόμματος της αριστεράς , του κόμματος του σοσιαλισμού του 21ου αιώνα. Πρόκειται για μια συζήτηση που εκκρεμεί και υπάρχει σημαντικό έλλειμμα ιστορικής γνώσης ιδιαίτερα για την πορεία του σοσιαλιστικού ρεύματος από το 1918 ως το 1974. Στο νέο μεγάλο κόμμα της αριστεράς που οικοδομούμε είναι φυσικά καθοριστική η παρουσία μερίδας που ιστορικά εκφράζει μια εκδοχή του κομμουνιστικού κινήματος. Ωστόσο νομίζουμε ότι συνομολογείται η ανάγκη συνεύρεσης και σύνθεσης όχι μόνο των ποικίλων εκδοχών της κομμουνιστικής παράδοσης αλλά και των παραδόσεων του σοσιαλισμού- σοσιαλδημοκρατίας και της κοινωνικής δημοκρατίας, εφόσον βέβαια και στο μέτρο που οι σημερινοί φορείς τους κάνουν σήμερα την επιλογή να δώσουν την μάχη μαζί με την υπόλοιπη αριστερά και όχι να ταλαντεύονται ή να προσχωρήσουν στον αντίπαλο. Αυτήν την έννοια έχει , για μας η αναφορά στην προδικτατορική Ε.Κ., και όχι βέβαια στο να θεωρήσουμε αναδρομικά αριστερούς τους αστούς πολιτικούς της.
Ειδικότερα σχετικά με τον σοσιαλιστικό χώρο (που δεν είναι πρώτη φορά που συμπορεύεται με την κομμουνιστική αριστερά, ανάλογη συμπόρευση υπήρχε και στην προδικτατορική ΕΔΑ) θεωρούμε ότι στο πρώϊμο ΠΑΣΟΚ υπήρξε μια προσπάθεια να συγκροτηθεί ένα σοσιαλιστικό κόμμα, που όμως είχε σοβαρές αδυναμίες. Όσον αφορά π.χ. την ιδεολογία του, ακόμα και η διαδεδομένη τότε μαρξιστική άποψη των θεωριών της εξάρτησης δεν υπήρξε- όπως πολλοί νομίζουν- κεντρική ιδεολογία του. Δεν έφυγε ποτέ ως κόμμα, παρά την ύπαρξη περισσότερο ή λιγότερο ισχυρών κατά καιρούς μαρξιστικών αντιπολιτεύσεων, από το έδαφος ενός νεοελληνικού ναροτνικισμού (λαϊκισμού). Αυτό αντανακλούσε την κοινωνική δομή εκείνης της περιόδου και ειδικότερα το αυξημένο βάρος των παραδοσιακών μικροαστικών στρωμάτων σε σχέση με τους κοινωνικούς σχηματισμούς της δυτ. Ευρώπης, το χαμηλό βαθμό συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης κεφαλαίου και παραγωγής. Αργότερα βέβαια μετακινήθηκε κι από τις λαϊκιστικές λατινοαμερικάνικου τύπου απόψεις, σ' εκείνες της αστικής δημοκρατίας, η δε σοσιαλδημοκρατική φλυαρία αποτέλεσε περισσότερο επίχρισμα παρά άποψη, εξ ου και η ευκολία με την οποία κατέληξε στο σημερινό κατάντημα. Οι κοινωνικές αντιθέσεις λόγω της μαζικοποίησης της οργάνωσής του την πρώτη περίοδο, εκφράστηκαν και στο εσωτερικό του. Όμως η ιστορία της εσωκομματικής πάλης στο κόμμα αυτό υπήρξε ιστορία της ήττας της κάθε φορά αριστεράς του, με εξαίρεση τα θέματα της (μη) ψήφισης του Κ.Καραμανλή ως Προέδρου της Δημοκρατίας το 1985 και της (μη) αναθεώρησης του άρθρου 16 του Συντάγματος το 2007.
Παρόλα αυτά ο κόσμος που το στήριξε το 1981 δεν «σαγηνεύτηκε» απλώς από μια απάτη. Υποστήριξε την «αλλαγή», που όπως είχε διευκρινιστεί και προεκλογικά δεν ήταν επαναστατική, αλλά είχε σοβαρά στοιχεία εκδημοκρατισμού, σάρωσε τα υπολείμματα του μετεμφυλιακού καθεστώτος έκτακτης ανάγκης, και οικοδόμησε ένα -έστω ανεπαρκές και στρεβλό-κοινωνικό κράτος. Η αιτίαση για τον δανεισμό είναι έωλη, αφού γνωρίζουμε ότι ο δανεισμός συνεχίστηκε και μετά την δεκαετία του 1980 με άλλα χαρακτηριστικά : άρχισαν να δίδονται πολλά σε λίγους και όχι λίγα σε πολλούς , όπως την πρώτη περίοδο. Σε κάθε περίπτωση η εμπειρία ΠΑΣΟΚ και ιδίως τα πως και τα γιατί της τραγικής κατάληξής της είναι ζήτημα νηφάλιας συζήτησης και αποτίμησης, ώστε πέρα από την δίκαιη και εύλογη αποστροφή και καταδίκη, να υπάρχουν χρήσιμα για το μέλλον συμπεράσματα και διδάγματα. Γιατί το σωστό σύνθημα «να μην γίνουμε ΠΑΣΟΚ» δεν μπορεί να γίνει απλώς καχυποψία που οδηγεί σε αδράνεια και ακινησία, αλλά να αξιοποιηθεί ως αρνητική εμπειρία για να μην επαναληφθούν τα ίδια λάθη (στο μέτρο βέβαια που επρόκειτο για λάθη).

ΓΙΑ ΤΗ ΝΕΑ ΣΥΝΘΕΣΗ

Η πολιτική συγκρότηση και ο ιδεολογικός πλουραλισμός του κόμματος δεν πρέπει να περιορίζεται στις εκδοχές του μαρξισμού. Το ιδανικό του σοσιαλισμού μπορεί να εμπνέεται και από άλλες αφετηρίες. Την ελευθεριακή λογική, την αδιάλλακτη δημοκρατία, τον κοινοτισμό και τις συνεταιριστικές εμπειρίες και πρακτικές καθώς και την κοινωνική διδασκαλία της χριστιανικής εκκλησίας και άλλων θρησκειών. Είναι όμως σημαντικό κατά την άποψη μας, (καθόσον εμείς, ιδιαίτερα, αναφερόμαστε στον μαρξισμό) να βρισκόμαστε στο έδαφος του μαρξισμού, όταν αναλύουμε την κατάσταση, τις προοπτικές και τις μελλοντικές επιλογές.
Το κόμμα μας πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη του ως καθήκον την επικαιροποίηση της παράδοσης των εθνικών και κοινωνικών αγώνων του ελληνικού λαού, ιδιαίτερα της ΕΑΜικής Εθνικής Αντίστασης.
Οι μεγαλύτερες στιγμές της νεοελληνικής ιστορίας, η επανάσταση του 1821, η μεγάλη δεκαετία 1909 -1920, το έπος του 1940 και η Εθνική Αντίσταση μαζί με τις μεγάλες κινητοποιήσεις της ΕΔΑ και της νεολαίας της για το Κυπριακό (με νεκρούς από τις δυνάμεις καταστολής της κυβέρνησης Καραμανλή) μπορούν και πρέπει να αποτελέσουν (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αποκλείεται η κριτική αποτίμηση τους) πηγές ενός δημοκρατικού πατριωτισμού που θα συνδέεται με τον σημερινό αγώνα ενάντια στην ΕΚΤ, την ΕΕ και το ΔΝΤ που εξανδραποδίζουν τον λαό και λεηλατούν την χώρα μας. Που δεν θα επιτρέπει στις ναζιστικές συμμορίες ειδικά και στον αστικό εθνικισμό γενικότερα να διχάζουν τον λαό και τη νεολαία, να καλλιεργούν στο πιο αμόρφωτο τμήμα των εργαζόμενων και άνεργων στερεότυπα εναντίον της αριστεράς και να στρατολογούν και εκπαιδεύουν μαζικά λούμπεν τραμπούκους εναντίον μας.
Παράλληλα πρέπει να αναδεικνύονται και οι μεγάλες στιγμές του κοινωνικού και δημοκρατικού κινήματος, το Κιλελέρ το 1910, οι ιστορικές απεργίες των τροχιοδρομικών το 1911, της Θεσσαλονίκης το 1936, των 115 σωματείων την δεκαετία του 1960, της μάχης εναντίον του ν.330/76,των αγνών του εκπαιδευτικού κινήματος από Δελμούζο και τον Γληνό , την <<προίκα στην Παιδεία>> και το 15% ως τον 815/78 και το κίνημα για την υπεράσπιση του άρθρου 16 του Συντάγματος. Η ανάγνωση της ιστορίας πρέπει να γίνει -ιδιαίτερα από την νεολαία- με την δική μας οπτική γωνία. Αυτό είναι σημαντικό καθήκον όλων μας, με ιδιαίτερη βαρύτητα στον ρόλο των αριστερών εκπαιδευτικών.
Ασφαλώς η πολιτική μας συγκρότηση πρέπει να είναι προσανατολισμένη στα καθήκοντα του παρόντος στην απόκρουση των μνημονιακών πολιτικών και την ανασύνταξη της χώρας. Η πολιτική μας για την ριζική αλλαγή της κοινωνίας, τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της είναι με αυτή την έννοια επαναστατική. Κι όπως έχει γραφτεί δεν μπορεί παρά να αντλεί την «ποίησή της από το μέλλον».

ΓΙΑ ΤΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΜΑΣ

Η ενότητα εθνικού και κοινωνικού στοιχείου στον πολιτικό αγώνα δεν είναι απλώς ζήτημα χειρισμού της παράδοσης. Είναι στοιχείο πολιτικής αποτελεσματικότητας. Δεν υπάρχει παράδειγμα αριστεράς που νίκησε ή νικά σήμερα χωρίς αυτό το χαρακτηριστικό. Μια έρευνα για τα συνθήματα των αριστερών κυβερνήσεων στη Λατινική Αμερική είναι χαρακτηριστική. Η αριστερή πλειοψηφία αναγκαστικά θα έχει και αυτό το χαρακτηριστικό ή δεν θα υπάρξει.
Η  ριζοσπαστική πολιτική και η πιθανότητα ρήξης με το σύμπλεγμα ΕΕ, ΕΚΤ και ΔΝΤ την οποία όλοι υποστηρίζουμε θα οξύνει και τον κίνδυνο ιμπεριαλιστικής επέμβασης εναντίον μας. Η κυβέρνηση της αριστεράς μπορεί να πιεστεί στο πεδίο των διεθνών σχέσεων της χώρας, από τον τουρκικό επεκτατισμό και τους αλυτρωτισμούς των Σκοπίων ή της Αλβανίας (με υποστήριξη των ιμπεριαλιστών) προκειμένου να υποκύψει στο ζήτημα του χρέους. Είναι επικίνδυνη αφέλεια να μην λαμβάνουμε υπόψη αυτό τον κίνδυνο. Μην ξεχνούμε ότι μετά την χρεωκοπία του 1894 , ο διεθνής οικονομικός έλεγχος επιβλήθηκε στην Ελλάδα από τις λόγχες του τουρκικού στρατού που κατείχε τη Θεσσαλία, με πλήρη εκμετάλλευση από τους ιμπεριαλιστές της ήττας μας στον πόλεμο του 1897 . Οι «αντιεθνικιστικές» εμμονές θα λειτουργήσουν σε μια τέτοια περίπτωση ως «αριστερό» άλλοθι στρατηγικής υποχώρησης ή θα επιτρέψουν αδυνάτισμα του μετώπου απόκρουσης των πιέσεων. Η διεθνής αλληλεγγύη όπως διδάσκει η πείρα, αναπτύσσεται εφόσον η αντίσταση έχει διάρκεια και χρειάζεται χρόνο.
Ο λαός μας πρέπει να ξέρει ότι στην «απευκταία περίπτωση» όλα τα μέσα μπορεί να χρησιμοποιηθούν εναντίον μας. Και πρέπει να αντιμετωπίσει το ταξικό και εθνικό εχθρό, την ντόπια κεφαλαιοκρατία και τους ξένους προστάτες της επίσης με όλα τα μέσα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΞΟΝΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΜΑΣ- ΧΡΕΟΣ ΚΑΙ ΕΕ

Συνομολογούμε όλοι ότι τα μνημόνια θα καταργηθούν. Αυτό έχει συνέπειες και κινδύνους που δεν μπορούμε να αποσιωπήσουμε. Μπορούμε και πρέπει να οργανώσουμε την αντιμετώπισή τους.
Η παραγωγική ανασυγκρότηση δεν μπορεί να επιτευχθεί με ταυτόχρονη εξυπηρέτηση του χρέους, που όλοι σχεδόν σήμερα παραδέχονται πως δεν μπορεί να αποπληρωθεί. Είναι βέβαιο ότι μια σοβαρή εξέτασή του θα αποκαλύψει ότι το μεγαλύτερο μέρος του δεν οφείλεται. Δεν είναι από φιλανθρωπία που εκπρόσωποι των πιστωτών εισηγούνται «κουρέματα». Για παράδειγμα με την συνθήκη της Λωζάννης του 1923 (άρθρα 46-57 και συνημμένος πίνακας) η Ελλάδα υποχρεώθηκε να πληρώσει μέρος του Οθωμανικού δημόσιου χρέους ! Το Ελληνικό κράτος διαχρονικά δανειζόταν με ληστρικούς όρους. Είναι επομένως αναγκαίο να συγκροτήσουμε με πολιτική απόφαση της κυβέρνησης της αριστεράς και της βουλής Επιτροπή Λογιστικού Ελέγχου του δημόσιου χρέους.
Αν υπάρξει υπόλοιπο του χρέους που θα συμφωνήσουμε την αποπληρωμή του, θα πρέπει να παραταθεί ο χρόνος αποπληρωμής να υπάρξει μηδενικό ή τουλάχιστον πολύ χαμηλό επιτόκιο και να συνδεθεί με ρήτρα ανάπτυξης της οικονομίας.
Ο πιθανός εκβιασμός σχετικά με το ευρώ ή ακόμα και με χρήση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου πρέπει να είναι ξεκάθαρο πως δεν θα περάσει. Άλλο ζήτημα το να μην θέσουμε εμείς με πρωτοβουλία μας τώρα ζήτημα εξόδου (στο οποίο συμφωνούμε) και άλλο να διολισθήσουμε στην άποψη της καταστροφολογίας στην περίπτωση που χρειαστεί να γίνει. Η καταστροφολογία οδηγεί στην άποψη «ευρώ πάση θυσία», καθιστά άνευ ουσίας την νέα διαπραγμάτευση που επιδιώκουμε και ανεξάρτητα από προθέσεις, τείνει -αν την υιοθετήσουμε- να μας μετατρέψει σε ΔΗΜΑΡ. Είναι επίσης βέβαιο ότι θα χρειαστούν αποκλίσεις σε σχέση με την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου και σημαντικές αλλαγές ρυθμίσεων και συμφωνιών στα πλαίσια της ΕΕ που έβλαψαν και βλάπτουν την Ελλάδα. Για παράδειγμα, πρέπει να αλλάξει η ρύθμιση των ποσοστώσεων για τα τεύτλα και να ξανανοίξουν τα εργοστάσια ζάχαρης που μέχρι το 2005 ήταν κερδοφόρα.
Σε κάθε περίπτωση πρέπει να έχουμε ξεκάθαρο ότι Ευρώπη και ευρωπαϊκή ενότητα δεν ταυτίζονται με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το ίδιο το μοντέλο της ενοποίησης βασίζεται στην γερμανική εμπειρία (Zollverein). Το φιλελεύθερο παραμύθι της ισότητας και της αλληλεγγύης των εθνών και των κρατών μέσα στην ΕΕ αποκαλύφθηκε στη φωτιά της κρίσης ως μεγάλο ψέμα. Η άποψή μας ότι στο έδαφος εκμεταλλευτικού κοινωνικού συστήματος δεν μπορεί να υπάρχει εθνική ισοτιμία επιβεβαιώθηκε. Όμως ακόμα κι αν δεν υπήρχε αυτό το ζήτημα παραμένει δεδομένο ότι τόσο η ΕΟΚ παλαιότερα, όσο και η ΕΕ σήμερα αποτελούν πολιτικούς μηχανισμούς της δικτατορίας του μονοπωλιακού κεφαλαίου και ο εκδημοκρατισμός τους είναι πεπερασμένος μετέωρος και αντιφατικός. Η φύση τους δεν μπορεί να αλλάξει. Η υιοθέτηση των νεοφιλελεύθερων πολιτικών και η επικράτηση της γερμανικής ηγεμονίας είναι επιβαρυντικοί παράγοντες, αλλά αποτελούν απλώς την χειρότερη από κακές εκδοχές με την έννοια αυτή εκδοχές.
Στο μέτρο που η κυβέρνηση της αριστεράς υλοποιεί το πρόγραμμα της εναντίον των μνημονίων, κατά την γνώμη μας, αναπόφευκτα θα τεθεί ζήτημα σύγκρουσης και με τους θεσμούς και μηχανισμούς της ΕΕ, ιδίως αν ξεκινήσει διαδικασία κοινωνικού μετασχηματισμού. Η κοινή αγορά δεν είναι κατάκτηση. Είναι όπλο εναντίον των λαών της Ευρώπης.

ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΓΚΥΡΙΑ
Α) ΤΟ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ

Δύο και πλέον χρόνια από την επιβολή του νεοαποικιακού υβριδικού μνημονιακού καθεστώτος έκτακτης ανάγκης, μειωμένης εθνικής κυριαρχίας και μαζικής κοινωνικής εξαθλίωσης, βρισκόμαστε σε μια κομβικής σημασίας καμπή αυτού που εύστοχα έχει χαρακτηριστεί, ως παρατεταμένος λαϊκός πόλεμος.
Οι μαζικοί λαϊκοί αντιμνημονιακοί αγώνες αποσάρθρωσαν το δικομματικό σύστημα, όπως ήταν δομημένο από το 1977 με τα ειδικότερα χαρακτηριστικά της εστίας ενιαίου κόμματος που έλαβε μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’80, οδηγώντας το μνημονιακό μπλοκ σε μια διπλή κίνηση λαϊκής απονομιμοποίησης και πολιτικής ενοποίησης (κυβερνήσεις Παπαδήμου-Σαμαρά). Το αντιμνημονιακό μπλοκ πολιτικά εκφράστηκε κυρίως μέσα από το πολιτικό σχήμα του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ, για λόγους που και εμείς έχουμε στο παρελθόν αναλύσει. Παρά την εντυπωσιακή καταγραφή του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ στη διπλή εκλογική αναμέτρηση, οι μνημονιακές δυνάμεις κατόρθωσαν να σχηματίσουν κυβέρνηση. Μια τρικομματική κυβέρνηση που έχει το ίδιο βασικό χαρακτηριστικό με την τρικομματική κυβέρνηση Παπαδήμου: ευρεία κοινοβουλευτική πλειοψηφία και ραγδαία λαϊκή απονομιμοποίηση, σε συνθήκες δυναμικής, ενεργητικής, πολύμορφης και με ασυνέχειες παρουσίας του λαϊκού παράγοντα στον πολιτικό αγώνα.
Η μετεκλογική συγκυρία θέτει επιτακτικά δύο αλληλένδετα μεταξύ τους ζητήματα: την οργάνωση του ενιαίου κόμματος της δημοκρατικής παράταξης της αριστεράς και τη συγκρότηση ενός μεταβατικού προγράμματος.
Για μας ένα πολιτικό πρόγραμμα – πολύ περισσότερο ένα πρόγραμμα μετάβασης – δεν είναι προϊόν μιας ομάδας τεχνοκρατών (έστω και αριστερών), καθώς δεν αντιμετωπίζει ουδέτερα ή τεχνικά ζητήματα· σε τέτοιου τύπου προσεγγίσεις λανθάνει η κυριαρχία των «ειδικών» επί του λαού, ο οποίος θεωρητικά αδυνατεί να κατανοήσει, αντανακλώντας την αποκοπή των παραγωγικών δυνάμεων από τις κοινωνικές σχέσεις παραγωγής. Το πολιτικό πρόγραμμα δεν είναι προϊόν ούτε μιας επιτροπής προγράμματος αναφερόμενης σε κάποια ιεραρχικά ανώτερη κομματική δομή. Απεναντίας είναι μια πολυσύνθετη, δυναμική, εξελισσόμενη, αντιφατική και μαζική διαδικασία, που συμπυκνώνει τις σχέσεις εκπροσώπησης του κοινωνικού μπλοκ όπως αυτές εγγράφονται στην πολιτική πάλη, θέτοντας εκ νέου το κλασικό ζήτημα ποιος/ποιον...
Στο σημείο αυτό πρέπει να γίνει μια επισήμανση. Η συζήτηση για μεταβατικά προγράμματα διακόπηκε τόσο στη χώρα μας, όσο και στους άλλους ευρωπαϊκούς κοινωνικούς σχηματισμούς, στις αρχές της δεκαετίας του ’80. Η διαφαινόμενη εξέλιξη του ψυχρού πολέμου, ο ΝΑΤΟϊσμός και η φιλοΕΟΚ στάση, προϊόν και αποτέλεσμα της ταξικής πάλης και της συγκεκριμένης συνάρθρωσης εξωτερικών/εσωτερικών παραγόντων, αποτέλεσαν βασικές συντεταγμένες του αναθεωρητικού ρεύματος της σοσιαλδημοκρατίας τόσο στο βορρά, όσο και το νότο της Ευρώπης. Η νέα ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία διαμορφωνόταν υπό την ηγεμονία του προελαύνοντος (νεο)φιλελευθερισμού και των κοινωνικών δυνάμεων που εκπροσωπεί, όπως εγγραφόταν στην εξέλιξη της ΕΟΚ/ΕΕ με την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη (1985) και τη Συνθήκη του Μάαστριχτ (1991), σ’ ένα περιβάλλον που καθοριζόταν σε διεθνοπολιτικό επίπεδο από την πτώση των καθεστώτων του υπαρκτού, τη διάλυση της ΕΣΣΔ (1989-1991) και την, ήδη από το 1978, σταδιακή, μα και ιδιόμορφη ένταξη της Κίνας στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα, αποτέλεσμα της οριστικής ήττας της Πολιτιστικής Επανάστασης (1976).
Κρίσιμο στοιχείο για την ήττα της σοσιαλιστικής / σοσιαλδημοκρατικής και κομμουνιστογενούς αριστεράς που αναφέρονταν σε μια γραμμή υπέρβασης του καπιταλιστικού συστήματος σε σοσιαλιστική κατεύθυνση με δημοκρατικές διαδικασίες, όπως συμπυκνωνόταν στα προγράμματα μετάβασης των αντίστοιχων κομμάτων, ήταν η διπλή διαδικασία ενσωμάτωσης των εθνικών κοινωνικών σχηματισμών στο διεθνοποιημένο νεοφιλελεύθερο καπιταλιστικό σύστημα, με κυρίαρχη τη χρηματιστική συσσώρευση κεφαλαίου, που επικράτησε σταδιακά μετά τις κρίσεις του ’73 και του ’79, και την εσωτερίκευση των ιμπεριαλιστικών συντεταγμένων του συστήματος όπως συναρθρώνονται με τις εσωτερικές αστικές τάξεις συγκροτώντας τους εγχώριους συνασπισμούς εξουσίας. Στην περίπτωση του ευρωπαϊκού νότου η διπλή αυτή διαδικασία εγγράφεται στην νεοφιλελεύθερη μετεξέλιξη της ΕΟΚ/ΕΕ, όπως συγκεκριμένα αποτυπώνεται με τις τέσσερις βασικές ελευθερίες κίνησης κεφαλαίου, εργασίας, αγαθών, υπηρεσιών και της γενικής και δεσμευτικής για τα κράτη-μέλη αρχής, που περιλαμβάνεται στην Ευρωσυνθήκη της Λισαβόνας (2007), της «άκρως ανταγωνιστικής κοινωνικής οικονομίας της αγοράς», που τείνουν να ερμηνεύονται ως υπέρτερες των εθνικών συνταγματικών κανόνων, εσωτερικοποιούνται ως τέτοιες στο εγχώριο δικαιικό σύστημα, απόρροια του συσχετισμού δύναμης του διεθνούς χρηματιστικού κεφαλαίου στην ετεροβαρή συνάρθρωσή του με τις εσωτερικές αστικές τάξεις απέναντι στις δυνάμεις της εργασίας.
Χαρακτηριστική η περίπτωση της υπ’ αριθ. 668/2012 απόφασης του Συμβουλίου Επικρατείας που έκρινε συνταγματικό το 1ο μνημόνιο (ν. 3845/2010), με έννοια κλειδί την «ανταγωνιστικότητα». Οι δυνάμεις της κεφαλαιοκρατίας πέτυχαν την τελευταία 20ετία να στεγανοποιήσουν το σύστημα από κάθε λαϊκό έλεγχο που είχε με τον έναν ή τον άλλο τρόπο επιβληθεί στην πολιτική κοινωνία κατά τη μεταπολεμική περίοδο, προχωρώντας σε μια φιλελεύθερη και συγχρόνως αντιδημοκρατική οργάνωση της παραγωγικής διαδικασίας και της θεσμικής υλικότητας των κρατών και των υπερεθνικών μορφωμάτων. Οι δυνάμεις της αριστεράς είτε ιστορικά ηττημένες (κομμουνιστικές), είτε οργανικά ενσωματωμένες (πρώην σοσιαλδημοκρατικές), αδυνατούσαν να σταθούν ανταγωνιστικά απέναντι στις δυνάμεις της κεφαλαιοκρατίας. Γι’ αυτό και από το 1989-90 και μετά δεν έχει υπάρξει αριστερή κυβέρνηση με την έννοια της εκπροσώπησης των κυριαρχούμενων κοινωνικών τάξεων απέναντι στον κυρίαρχο συνασπισμό εξουσίας σε κράτος-μέλος της Ε.Ε., συγκρουόμενη με τους (νεο)φιλελεύθερους συστημικούς οικονομικούς καταναγκασμούς. Γι’ αυτό πολύ περισσότερο και δεν υπήρξε όλη αυτή την  περίοδο στον πολιτικό αγώνα συζήτηση περί μεταβατικού προγράμματος σε σοσιαλιστική κατεύθυνση. Οι υλικοί και ιδεολογικοί όροι κυριαρχίας των «από πάνω» ήταν συντριπτικοί.
Απεναντίας, στους κοινωνικούς σχηματισμούς της Λατινικής Αμερικής, εδώ και περισσότερο από μια δεκαετία, λόγω της ανόδου της πάλης των μαζών απέναντι στην ιμπεριαλιστική εξάρτηση και τους εγχώριους συνασπισμούς εξουσίας, έχει τεθεί το ζήτημα της μεταβατικής δημοκρατικής διαδικασίας με όρους πραγματικούς, κινηματικούς, διανοητικούς, με όρους εξουσίας και κοινωνικού μετασχηματισμού. Αυτό που ονομάστηκε σοσιαλισμός του 21ου αιώνα. Υπάρχει συγκεκριμένη εμπειρία, την οποία οφείλουμε να μελετήσουμε, να ερμηνεύσουμε, να κατανοήσουμε και δημιουργικά να την εντάξουμε στο δικό μας αγώνα. Λ.χ. η λαϊκή αντιιμπεριαλιστική ιδεολογία, η ενότητα του εθνικού με το κοινωνικό (όπως χαρακτηριστικά αποτυπώνεται στο λόγο του Τσάβες ή του Κορρέα), το ιστορικό ζήτημα της ύπαρξης ανεπτυγμένου περιφερειακού διεθνισμού που δεν είναι αντιπαραθετικός στον λαϊκό δημοκρατικό πατριωτισμό, αλλά συμπληρωματικός, που για την περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και των Βαλκανίων ήδη από την εποχή του Ρήγα είναι ζητούμενο που όμως μέχρι σήμερα δεν υφίσταται με οδυνηρές συνέπειες για τους λαούς, το ζήτημα των σχέσεων με τους εξωτερικούς δανειστές, την εσωτερική οικονομική ολιγαρχία και τους μηχανισμούς χειραγώγησης και προπαγάνδας που κατέχει, το ζήτημα της παραγωγικής διαδικασίας, της δημοκρατικής οργάνωσης του κράτους, των δομών κοινωνικής αλληλεγγύης, των νέων σοσιαλιστικών θεσμών κλπ.
Η κρίση του παγκόσμιου καπιταλισμού από τον Ιούλιο-Αύγουστο 2007 μέχρι και σήμερα, όπως εξελίσσεται και εσωτερικεύεται στον ενδοϊμπεριαλιστικό ανταγωνισμό, διεθνώς αλλά και εντός της ΕΕ, εκδηλώθηκε με ιδιαίτερη ένταση στις περιφερειακές χώρες της ευρωζώνης και κυρίως στην πατρίδα μας. Η διαδικασία του ιδιαίτερου τρόπου συμπύκνωσης και εκδήλωσης της κρίσης, σε συνδυασμό με τη μνημονιακή στρατηγική που για λόγους υλικούς – και δευτερευόντως ιδεολογικούς – ακολούθησε ο εγχώριος αστισμός, οδηγεί στην πιθανή προοπτική μιας λαϊκής κυβέρνησης με πυρήνα τον ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ, με όρους ρήξης με το μνημονιακό σύστημα εξάρτησης της χώρας και εξαθλίωσης της κοινωνίας, μέσα από μια διαδικασία επιδείνωσης των καθημερινών όρων ζωής των ανθρώπων και ανόδου των κοινωνικών αγώνων. Η προοπτική αυτή και οι ανάγκες των πολλών είναι που ορμητικά ανοίγουν τη συζήτηση για ένα μεταβατικό αντιμνημονιακό πρόγραμμα που θα εκκινεί από τον εκδημοκρατισμό και την παραγωγική ανασυγκρότηση μέχρι την προοπτική του σπασίματος του εθνικού κοινωνικού σχηματισμού από τον καπιταλισμό, ανοίγοντας διαδικασίες σοσιαλιστικού μετασχηματισμού – για πρώτη φορά σε κράτος-μέλος της ΕΕ και μάλιστα της Ευρωζώνης, έστω της περιφέρειάς της. Είναι ζήτημα συσχετισμού δυνάμεων εντός του λαϊκού αντιμνημονιακού μπλοκ, όπως συγκεκριμένα θα αποκρυσταλλωθεί στο ενιαίο κόμμα της αριστεράς και σε ποιά συγκυρία της ταξικής πάλης θα έρθει στην εξουσία η δημοκρατική παράταξη της αριστεράς.
Σε κάθε περίπτωση, ένα μεταβατικό πρόγραμμα οφείλει να ανοίξει τη συζήτηση για όλα τα ζητήματα: από το χρέος και το νόμισμα, μέχρι την παραγωγική ανασυγκρότηση και τις κοινωνικές σχέσεις παραγωγής, το κράτος και τους θεσμούς, τα γεωπολιτικά θέματα και τους προσανατολισμούς της χώρας  κλπ. Να ορίσει η αριστερά την ημερήσια διάταξη της πολιτικής αντιπαράθεσης και να μην εμφανίζεται απολογούμενη.
Το μεταβατικό πρόγραμμα πρέπει να ορίζεται ως ευθέως ανταγωνιστικό απέναντι στη δικτατορία του χρηματιστικού κεφαλαίου, όπως μάλιστα συγκεκριμένα υλοποιείται από τη μνημονιακή στρατηγική και τους κοινωνικούς υποστηρικτές της. Όπως έχει κατ’ επανάληψη τονιστεί, πέραν των διεθνών πιστωτών και της θεσμικής τους έκφρασης (τρόικα), οι αντίπαλοι είναι η μνημονιακή πολιτική τάξη, το εγχώριο τραπεζικό κεφάλαιο και τα ιδιωτικά ΜΜΕ, και ειδικότερα η συγκεκριμένη οργανική σχέση που συγκροτεί αυτό το τρίγωνο εξουσίας. Είναι λάθος να θεωρηθεί ότι ο μνημονιακός μηχανισμός μετά από μια ενδεχόμενη εκλογική ήττα, όσο βαριά και αν είναι, θα παραδοθεί. Απεναντίας θα αρχίσει αμέσως την αντεπίθεσή του με στόχο στην αρχή να ελέγξει την κυβέρνηση της αριστεράς, υπερτονίζοντας δυσλειτουργίες και προβλήματα που με βεβαιότητα θα εμφανιστούν, παράλληλα θα ενισχύει δευτερεύουσες αντιθέσεις που θα ανακύψουν εντός της αντιμνημονιακής κοινωνικής συμμαχίας, θα εξαπολύσει τα ακροδεξιά τάγματα εφόδου για να προκαλέσει κλίμα τρομοκρατίας, ανασφάλειας και γενικευμένης σύγχυσης και, τελικά, θα επιχειρήσει να ρίξει την κυβέρνηση, αφού προηγουμένως την έχει φθείρει. Είναι αυταπάτη ή ψευδαίσθηση να νομισθεί ότι μπορεί να υπάρξει συμβιβασμός με την τρόικα, το μνημόνιο και την εγχώρια οικονομική ολιγαρχία.
Γι’ αυτό μια κυβέρνηση της αριστεράς πρέπει άμεσα και γρήγορα να αποστερήσει από το μνημονιακό μπλοκ εκείνους τους μηχανισμούς που θα ενεργοποιηθούν για να ρίξουν τη λαϊκή κυβέρνηση. Ειδικότερα, θα πρέπει να εθνικοποιήσει τις τράπεζες, να ελέγξει την κίνηση του κεφαλαίου, αντιμετωπίζοντας την φυγή κεφαλαίων στο εξωτερικό, να κοινωνικοποιήσει τα ΜΜΕ απαλλοτριώνοντας τους απαλλοτριωτές με κλασικούς όρους, να προετοιμαστεί στο ιδεολογικό πεδίο να αντιμετωπίσει την αντεπίθεση της (νεο)φιλελεύθερης δεξιάς που θα επικαλείται τον ‘ολοκληρωτισμό’ της αριστεράς αναφορικά με την οικονομική ελευθερία και τον ‘πλουραλισμό’ στην ενημέρωση. Το 20ετές πάρτυ πρέπει να τελειώσει και αυτό να αποτυπωθεί στο υλικό, θεσμικό και συμβολικό επίπεδο. Επόμενη θεμελιώδης σύγκρουση είναι με τους διεθνείς πιστωτές και το πλέγμα των δανειακών συμβάσεων. Εκτός από την κατάργηση της εσωτερικής μνημονιακής νομοθεσίας (εργασιακή βαρβαρότητα, ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας κλπ), η κυβέρνηση της αριστεράς θα πρέπει άμεσα να προχωρήσει σε αναστολή πληρωμών τόκων και χρεολυσίων ή χρεωστάσιο όπως λέει ο Μανώλης Γλέζος, συγκροτώντας διεθνή επιτροπή λογιστικού ελέγχου του χρέους. Η ευθεία σύγκρουση με τους νεοφιλελεύθερους οικονομικούς καταναγκασμούς του συστήματος προϋποθέτει βασικές απαντήσεις στο ενεργειακό, το διατροφικό, το ζήτημα του φαρμάκου. Υπάρχει άμεση ανάγκη συγκεκριμένου σχεδίου παραγωγικής και κοινωνικής ανασυγκρότησης της χώρας. Το ζήτημα των συμμαχιών στην Ευρώπη είναι κομβικής σημασίας, αρθρωμένο γύρω από το ποια Ευρώπη θέλουμε, ακριβώς σε μια περίοδο που οξύνονται οι ανταγωνισμοί εντός Ε.Ε., χωρίς η αλληλοαποκλειόμενη τάση να υπερισχύει (ακόμα;) της αλληλοσυμπληρούμενης, όπως ισως θα έλεγε ο Νίκος Ψυρούκης (βορράς/νότος, ευρωμεσογειακή περιφέρεια/ γερμανία και σύμμαχοί της κλπ). Η ρήξη με το ευρώ και ενδεχόμενη έξοδος από την ΟΝΕ ή και την Ε.Ε., η οποία σε καμία περίπτωση δεν μπορεί εκ προοιμίου να αποκλείεται, ανοίγει αμέσως γεωοικονομικά και γεωπολιτικά ζητήματα αναφορικά με τη θέση της χώρας στην ευρύτερη περιοχή, με όρους ριζικά διαφορετικούς απ’ ό,τι προηγουμένως. Στρατηγικής σημασίας θέματα για τα οποία το ενιαίο κόμμα της αριστεράς σήμερα και μια λαϊκή κυβέρνηση αύριο πρέπει να έχουν θέση και πολιτική γραμμή.
Επόμενο κομβικής σημασίας ζήτημα για ένα μεταβατικό πρόγραμμα είναι το κράτος. Η διαδικασία εκδημοκρατισμού και μετασχηματισμού του, καθώς και η συγκρότηση νέων θεσμών λαϊκού ελέγχου πρέπει να είναι στο επίκεντρο του προγράμματος. Το κράτος και στην πράξη (πέραν των θεωρητικών προσεγγίσεων) δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ουδέτερος θεσμός ή εργαλείο. Χωρίς δυνατότητα επέκτασης στο κεντρικής σημασίας ζήτημα του κράτους, αξιωματικά τονίζουμε ότι η συγχώνευση κόμματος-κράτους είναι μοιραία σχέση για την αριστερά. Την ακυρώνει. Αυτό φωνάζει η ιστορική διεθνής και εγχώρια εμπειρία. Τα ζητήματα του κόμματος και του προγράμματος που οργανικά συνδέονται είναι τα κρισιμότερα, κατά τη γνώμη μας, θέματα της συγκυρίας για την αριστερά και το λαϊκό δημοκρατικό αντιμνημονιακό κίνημα. Από την απάντηση που θα δοθεί, θα κριθεί και η απάντηση στο δίλημμα που οι κοινωνικοί και πολιτικοί μας αντίπαλοι θέτουν. Ρήξη ή ενσωμάτωση...

Β) ΤΟ ΚΟΜΜΑ

Αποδεχόμενοι τη θεώρηση των κομμάτων ως σχέσεων διπλής συνάρθρωσης, εκπροσώπησης κοινωνικών τάξεων-μερίδων-στρωμάτων και νομιμοποίησης της κυρίαρχης κρατικής πολιτικής, θα διατυπώσουμε ορισμένους βασικούς προβληματισμούς γύρω από ζητήματα που θέτει το εγχείρημα της συγκρότησης ενιαίου κόμματος της αριστεράς.
Η ταξική πάλη, η κίνηση των κυριαρχούμενων στρωμάτων, η καθημερινή δράση των ανθρώπων συνειδητή ή ασυνείδητη κατά την υπερδιετή μνημονιακή περίοδο, με τα ειδικότερα ζητήματα που ανέδειξε (εθνική ανεξαρτησία, δημοκρατία, κοινωνική δικαιοσύνη, επιβίωση) και τις μορφές που πήρε (πλατείες, μαχητικές απεργίες, διαδηλώσεις, ατομικές δράσεις), συγκρότησε το αντιμνημονιακό κοινωνικό μπλοκ δυνάμεων αγκυρωμένο στο χώρο της μισθωτής εργασίας σ’ όλες τις διαστάσεις της (δημόσιο/ιδιωτικό τομέα, δευτερογενής/υπηρεσίες, σταθερή εργασία/επισφάλεια κλπ) και πολιτικά διαμεσολαβήθηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ, όπως αποτυπώθηκε στις εκλογές της 6ης Μαΐου και 17ης Ιουνίου. Η παγίωση και εμβάθυνση των σχέσεων εκπροσώπησης, είναι ένα από τα ζητούμενα του ενιαίου κόμματος. Η συνάντηση ευρέων λαϊκών και μικροαστικών κοινωνικών στρωμάτων, νέων κοινωνικών και πολιτικών αγωνιστών που εισέρχονται για πρώτη ίσως φορά στον πολιτικό αγώνα ή παλαιότερων που αποδεσμεύονται από τις προηγούμενες κομματικές εντάξεις τους, με τον υπαρκτό ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ, τα κόμματα, τις συνιστώσες, τις συλλογικότητες και τους ανένταχτους αγωνιστές που τον απαρτίζουν, οδηγεί στην αναγκαιότητα της συγκρότησης του νέου κόμματος, συγχώνευσης, αφομοίωσης και υπέρβασης των υφιστάμενων σχηματισμών. Με όρους γκραμσιανούς το εγχείρημα του ενιαίου κόμματος της αριστεράς συνίσταται στη μετατροπή του εκλογικού ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ σε συλλογικό διανοούμενο και πολιτικό οργανωτή του αντιμνημονιακού κοινωνικού μπλοκ. Η διαδικασία ενοποίησης θέτει οργανωτικά, θεωρητικά και πολιτικά ζητήματα. Λ.χ. η εσωτερική δημοκρατία και ο πλουραλισμός στη λειτουργία του ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί κεκτημένο για το νέο κόμμα. Η σχέση με τα κοινωνικά κινήματα, η συμμετοχή, αλλά και ο σεβασμός στην αυτονομία τους, δυναμικό κομμάτι της ταυτότητας του ΣΥΡΙΖΑ, πρέπει να αφομοιωθεί δημιουργικά στο νέο σχηματισμό. Η κοινωνική γείωση μπορεί να προέλθει μέσα από την συγκρότηση οργανώσεων βάσης με τη μορφή ανοιχτών συνελεύσεων, όπως ήδη γίνεται, κοινωνικών μορφωμάτων και δικτύων αλληλεγγύης, αλληλοβοήθειας κλπ κατά το πρότυπο ενδεχομένως των ΕΑΜικών οργανώσεων της Εθνικής Αλληλεγγύης. Η πολιτική διαδικασία δεν πρέπει ν’ αντιμετωπίζεται ως μια αποκομμένη από την κοινωνία διεργασία, ως γραφειοκρατική διεκπεραίωση κρατικών υποθέσεων από επαγγελματίες του είδους. Αυτού του τύπου η αστική ολιγαρχικού χαρακτήρα πολιτική - που σε τελική ανάλυση αναπαράγει τον καπιταλιστικό καταμερισμό εργασίας και γι’ αυτό ακυρώνει προοπτικά το περιεχόμενο της αριστεράς- απονομιμοποιήθηκε. Στόχος, όπως εύστοχα έχει επισημανθεί, πρέπει να είναι η συγκρότηση ενός δημοκρατικού κόμματος μαζών και όχι ενός μαζικού γραφειοκρατικού κόμματος.
Το ιδεολογικό πλαίσιο αναφοράς, εκτός τη διακήρυξης και των πολιτικών ντοκουμέντων του κόμματος πρέπει να εμπλουτίζεται διαρκώς από την ιδεολογική και πολιτική εμπειρία της αντιμνημονιακής πάλης. Ενός αγώνα που έθεσε στο επίκεντρο τη διαδικασία και τους όρους ενσωμάτωσης του εθνικού σχηματισμού στην Ε.Ε., με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του μνημονιακού εξαρτησιακού καθεστώτος που αποτυπώνει την εσωτερίκευση των εξωτερικών παραγόντων, όπως συναρθρώνονται με τους εγχώριους παράγοντες και συγκροτούν τον συνασπισμό εξουσίας. Ο νέος κομματικός σχηματισμός πρέπει ρητά να οριστεί ως αντίπαλος του μνημονιακού καθεστώτος και των κοινωνικών δυνάμεων που κυρίαρχα εκπροσωπεί, που στις δοσμένες συνθήκες σημαίνει αγώνα με στρατηγικό στόχο τη σοσιαλιστική αλλαγή. Με δημοκρατία και ελευθερία. Με ενότητα του εθνικού με τον κοινωνικό αγώνα σε αντιιμπεριαλιστική-διεθνιστική κατεύθυνση και αυτοδιαχειριστική προοπτική. Με ευρωπαϊκό προσανατολισμό, αλλά σε ανειρήνευτη πάλη απέναντι στο νεοφιλελεύθερο εξευρωπαϊσμό, όπως συγκεκριμένα εκδηλώνεται στη συγκυρία με τη γερμανοποίηση της Ευρώπης. Με παραγωγική ανασυγκρότηση και ριζικούς θεσμικούς μετασχηματισμούς, συγκεκριμενοποιώντας την πρότασή μας. Και να τα διακηρύξει. Να μην φοβηθεί. Να οργανωθεί μέσα από την κατεύθυνση της ανάπτυξης της πάλης.
Τέλος, είναι γνωστό από τη θεωρία και την εμπειρία ότι η ανάδυση της γραφειοκρατίας είναι αντικειμενική τάση του κομματικού φαινομένου. Στην τάση αναπαραγωγής του γραφειοκρατικού κοινωνικού στρώματος και στα ιδιαίτερα συμφέροντα που εκπροσωπεί, εγγράφονται οι ιδεολογικοί και υλικοί όροι της κυριαρχίας των σχέσεων νομιμοποίησης της κρατικής εξουσίας - νοούμενης ως υλικής συμπύκνωσης του κοινωνικού συσχετισμού στα πλαίσια των δοσμένων σχέσεων παραγωγής και των οικονομικών καταναγκασμών του συστήματος - με αποτέλεσμα την κρατικοποίηση του κόμματος σε βάρος των σχέσεων εκπροσώπησης, την ανατροπή της πολιτικής γραμμής και τελικά την αναίρεση του στρατηγικού στόχου. Είναι ο τρόπος συστημικής ενσωμάτωσης και ελέγχου ενός ριζοσπαστικού κινήματος. Θα επιχειρηθεί και στην τωρινή συγκυρία. Αυτό θα είναι το νόημα μιας ενδεχόμενης αποδοχής του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ ως κόμματος εξουσίας, ως πιθανής επόμενης κυβερνητικής εναλλαγής από τη μεριά του συστήματος. Η εμπειρία της διαδρομής του ΠΑΣΟΚ έχει αρκετά να μας διδάξει. Μέσα από την εξέλιξη της εσωκομματικής του πάλης την περίοδο 1974-1985, την ανάδυση και κυριαρχία της γραφειοκρατίας του και την ενσωμάτωση της στο κράτος μεταμορφώθηκε σταδιακά στο ακριβώς αντίθετο των διακηρύξεών του, από κόμμα που υποσχόταν την αντιιμπεριαλιστική κοινωνική αλλαγή σε πολιτική έκφραση του διεθνούς χρηματιστικού κεφαλαίου και της εγχώριας διαπλοκής.
Προχωράμε ως ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ στην κατεύθυνση της ανοιχτής δημοκρατικής αντιγραφειοκρατικής συγκρότησης και δράσης. Οριζόμαστε ως πολιτικοί αντίπαλοι του καρτελοποιημένου πολιτικού συστήματος και κοινωνικοί ανταγωνιστές του μνημονιακού καθεστώτος. Διατυπώνουμε συγκεκριμένο πολιτικό σχέδιο με στρατηγικό στόχο τον σοσιαλισμό. Με ρυθμούς γρήγορους. Ο χρόνος στην πολιτική πάλη δεν είναι ουδέτερος.

ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΤΙΚΟ

Η αριστερά συγκροτείται και στη βάση της ηθικής. Επομένως η ανθρωπιστική αντιμετώπιση κάθε αναξιοπαθούντα , η συμπαράσταση σε κάθε καταπιεζόμενο είναι για όλους μας αυτονόητη.
Ιδεολογικά όμως δεν είναι άποψή μας ο αστικός ανθρωπισμός. Από τον Μαρξ (κριτική στον Φόιερμπαχ) ως τον Αλτουσέρ, όλες σχεδόν οι σχολές του μαρξισμού βλέπουν κριτικά τον αστικό ανθρωπισμό, δίνοντας προτεραιότητα στην ταξική πάλη. Στον καπιταλισμό η εργατική δύναμη είναι εμπόρευμα. Ανεξέλεγκτη είσοδος στην αγορά εργασίας σημαίνει συνεχής αύξηση της προσφοράς κι επομένως διαρκής πίεση στην τιμή της. Αντικειμενικά ρίχνει τα μεροκάματα. Η φασιστική βία περιθωριοποιώντας τους μετανάστες, εμποδίζοντας τους να απευθυνθούν στις αρχές συμβάλλει επίσης στο να κρατηθεί χαμηλά ο μισθός. Δημαγωγεί όμως στην μερίδα εκείνη της εργατικής τάξης που λόγω χαμηλής μόρφωσης και δεξιοτήτων προσφέρεται για δουλειές που μπορούν να κάνουν κι οι μετανάστες, κι επομένως τους βιώνει ως ανταγωνιστές στην αγορά εργασίας. Φτιάχνει γραφεία «για έλληνες» που θα δουλεύουν με τους (υποβαθμισμένους) όρους του μετανάστη. Αυτό αποτελεί υλική βάση για να γειωθεί πολιτικά και ιδεολογικά η ρατσιστική αντίληψη και η παρακρατική βία, που ξεκινώντας απ αυτούς επεκτείνεται σε άλλες μειονότητες, στους συνδικαλιστές και στους αριστερούς. Η άποψη των ανοιχτών συνόρων και της διαρκούς νομιμοποίησης των πάντων, η άποψη ότι δεν πρέπει να απελαύνεται κανείς ποτέ αντικειμενικά βοηθά την ακροδεξιά και την γενικότερη αστική εθνικιστική δημαγωγία και απονομιμοποιεί την αριστερά σε μεγάλο τμήμα του λαού. Χαρίζει τα πιο φτωχά και αμόρφωτα τμήματα της εργατικής τάξης στον φασισμό. Είναι λανθασμένη και πρέπει να διορθωθεί.
Πολιτικές προστασίας των πραγματικά προσφύγων, διακρατικές συμφωνίες με τις χώρες προέλευσης, νομιμοποίηση όσων για τυπικούς λόγους έχασαν δικαιώματα, κλπ έχουν νόημα μόνο σε ένα πλαίσιο που θέτει όρια από την σκοπιά της δημοκρατίας και του εργατικού κινήματος. Το άνοιγμα της συζήτησης για την αναλογική υποδοχή των χιλιάδων Σύρων προσφύγων από τα ευρωπαϊκά κράτη μας δίνει την ευκαιρία να ανοίξουμε ξανά σε ευρωπαϊκό επίπεδο το ζήτημα της αναλογικής υποδοχής προσφύγων και οικονομικών μεταναστών και άρδην αλλαγή του Δουβλίνο ΙΙ.
Στο εσωτερικό κοινωνικό πεδίο δεν αρκούν οι γενικές θέσεις, έστω και σωστές. Πρέπει να επιδιωχθεί η ένταξη των εργαζόμενων μεταναστών στα συνδικάτα και τις κοινωνικές οργανώσεις από κοινού με τους έλληνες συναδέλφους ή συγκατοίκους τους, η οργάνωσή τους σε ταξική και πολιτική βάση και όχι ο εθνοτικός διαχωρισμός τους από τους Έλληνες. Αυτό θα διευκολύνει την ενσωμάτωση όλων όσων το θελήσουν στον ελληνικό λαό και θα αποτελέσει την βάση για την απονομή πολιτικών δικαιωμάτων.
Το καθοριστικό είναι να αντιμετωπίζονται και τα θέματα αυτά με πολιτικό και κοινωνικό ρεαλισμό. Άλλο πράγμα η ρατσιστική δημαγωγία και άλλο η δημοκρατική σύνεση και η υπευθυνότητα έναντι της ηγεμονίας της εργατικής τάξης και των συμφερόντων της χώρας.

ΓΙΑ ΤΗ ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ

Η Χρυσή Αυγή εξυπηρετεί πολλαπλούς στόχους. Αν και ανθεί σε μνημονιακές συνθήκες αποτελεί ένα διαχρονικό εναλλακτικό σκιάχτρο του καπιταλισμού που στοχεύει μόνιμα να αποπροσανατολίσει ή/και να εκφοβίσει τις λαϊκές μάζες και τελικά να αποτρέψει κάθε πιθανότητα επιτυχημένης αντίστασης.
Ο ηγετικός πυρήνας της Χ.Α. γνωρίζει και αναλαμβάνει το ρόλο που επιτελεί, αντίθετα με τα μέλη-στρατιώτες της οργάνωσης που κινητοποιούνται από τον λαϊκισμό, την τόνωση του αισθήματος του «συνανήκειν», την «Ιδέα», την προώθηση των ενστίκτων βίας, την εκμετάλλευση της βίας αυτής προκειμένου να «δεσμεύονται» τα μέλη με «όρκους αίματος», την εσωτερική αλληλοτροφοδότηση της ομάδας με τεχνικές υποβολής ή/και αυθυποβολής, την στρατιωτική της δομή, κλπ. Πρέπει να καταλάβουμε τον ναζισμό για να τον καταπολεμήσουμε: οι καταδίκες του φαινομένου δεν φτάνουν!
Οφείλουμε να εκπέμψουμε το μήνυμα, τόσο εντός των δυνάμεων της Αριστεράς, όσο και εκτός αυτών, προς την Ελληνική Κοινωνία, ότι σηκώνουμε το γάντι που πετά η Χ.Α., όπως και το να εξετάσουμε τους τρόπους που θα οργανώσουμε τις τάξεις μας αν χρειαστεί να διαφυλάξουμε την ασφάλεια μας! Πρέπει να αναλύσουμε διεξοδικά τις δράσεις που αναπτύσσουν οι νεοναζί και να αναπτύξουμε την δική μας απάντηση στις στοχευμένες δραστηριότητές τους, οι οποίες απευθύνονται σε συγκεκριμένα «κοινά-στόχους» με συγκεκριμένο τρόπο, προσαρμοσμένο πάντα στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ομάδας-στόχου.

Share
© 2011-2013 Νέος Αγωνιστής