Στοιχεία γύρω από τα ζητήματα της εσωκομματικής πάλης στο ΠΑΣΟΚ, της αριστερής πτέρυγας στο κόμμα και της συγκρότησης του σοσιαλιστικού χώρου

Δημιουργήθηκε στις Πέμπτη, 28 Οκτώβριος 2010

«Η υλιστική μέθοδος είναι υποχρεωμένη να δείχνει ότι τα διάφορα πολιτικά κόμματα είναι λίγο ή πολύ αντίστοιχη πολιτική έκφραση των τάξεων και των ταξικών ομάδων που η οικονομική εξέλιξη δημιουργεί»

Φρ. Ένγκελς, «‘’Εισαγωγή στο έργο του Μαρξ’’,

 Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία από το 1848 έως το 1850»

1. Η πολιτική τομή της ίδρυσης του ΠΑΣΟΚ

Η ίδρυση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. στις 3 Σεπτέμβρη 1974, αποτέλεσε πολιτική τομή στην εξέλιξη της ταξικής πάλης στο εποικοδόμημα του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού. Ήταν η εξέλιξη της δημοκρατικής παράταξης από το φιλελευθερισμό προς το σοσιαλισμό ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’60 και της συνάντησης με την αντιστασιακή-αντιδικτατορική οργάνωση του Π.Α.Κ. στο ριζοσπαστικό μεταπολιτευτικό κλίμα και κοινωνικό συσχετισμό της εισόδου των λαϊκών μαζών στο πολιτικό προσκήνιο. Αυτή ήταν η υπέρβαση σε σχέση με τον παραδοσιακό κεντρώο χώρο, με χαρακτηριστικότερες εκδηλώσεις τα Ιουλιανά του 1965, τη συγκρότηση της προδικτατορικής κεντροαριστεράς, την διαφοροποίηση την περίοδο της δικτατορίας μεταξύ Π.Α.Κ. και Ένωσης Κέντρου.-ΕΔΗΝ.

Η ιδεολογική, πολιτική και οργανωτική συγκρότηση ενός μαζικού σοσιαλιστικού κινήματος, τόσο με κεντρικές πρωτοβουλίες όσο και με αυτοοργανωτικές διαδικασίες βάσης, σε αντιιμπεριαλιστική-αυτοδιαχειριστική προοπτική και με ρητά διακηρυγμένο στόχο τη δημοκρατική-κοινωνική αλλαγή, συνιστούσε υπέρβαση των αστικών κοινωνικών και θεσμικών πλαισίων που έθετε ο συνασπισμός εξουσίας της χώρας και οι οργανικές εξωελλαδικές εξαρτήσεις του. Η αυτόνομη συγκρότηση του σοσιαλιστικού χώρου, με την ιδιαίτερη μορφή του ΠΑΣΟΚ, αποτέλεσε τομή και στο χώρο της αριστεράς, που μέχρι την περίοδο εκείνη ηγεμονεύονταν σχεδόν αποκλειστικά πρωτίστως από το Κ.Κ.Ε. και δευτερευόντως από άλλες κομμουνιστογενείς δυνάμεις.

 

2. Οι δύο ‘’ψυχές’’ του ΠΑΣΟΚ

Το ΠΑΣΟΚ εκφράζει στο πολιτικό επίπεδο την κοινωνική συμμαχία των λαϊκών στρωμάτων (εργατικών, αγροτικών και χαμηλόμισθων μικροαστικών στρωμάτων) και των ανερχόμενων μικροαστικών και αστικών στρωμάτων που είχαν μείνει εκτός εξουσίας και διαχείρισης του κράτους, για λόγους πολιτικούς. Είχε ως εκ τούτου από την ίδρυσή του δύο συνιστώσες, δύο ‘’ψυχές’’.

Την αστική συνιστώσα, έκφραση των ανερχόμενων μικροαστικών και αστικών στρωμάτων, που κατά βάση εκδηλώνεται και προοπτικά ως σχέση νομιμοποίησης της κρατικής εξουσίας. Τη σοσιαλιστική συνιστώσα, έκφραση των λαϊκών-κυριαρχούμενων στρωμάτων που εκδηλώνεται ως βασική σχέση εκπροσώπησης στη συγκυρία.

Στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό την περίοδο ανάδυσης και κυριαρχίας του ΠΑΣΟΚ, η μισθωτή εργασία ως μορφή απασχόλησης επικρατεί έναντι άλλων μορφών, αλλά δεν κυριαρχεί συντριπτικά, όπως συμβαίνει με άλλους κοινωνικούς σχηματισμούς της δυτικής Ευρώπης την ίδια περίοδο. Το βάρος των μικροαστικών στρωμάτων, της αυτοαπασχόλησης και της μικροϊδιοκτησίας είναι ισχυρό, αντιστέκεται στη μισθωτοποίησή του και αναπαράγεται. Η κοινωνική αυτή πραγματικότητα αντανακλάται στην οργάνωση του ΠΑΣΟΚ, στο πρόγραμμά του και στην κυβερνητική του πρακτική τη δεκαετία του 1980 λ.χ. από το ζήτημα της ΕΟΚ (από την έξοδο, στην ειδική συμφωνία του Συμβολαίου με το Λαό το ’81, στο μνημόνιο του ’82 και το μεταβατικό χρόνο προσαρμογής της εγχώριας οικονομίας, τα κοινοτικά πακέτα και τις επιδοτήσεις) έως την φορολογική πολιτική.

Από την πάλη για την ηγεμονία και τον συσχετισμό ανάμεσα στις δύο αυτές συνιστώσες, όπως εκδηλώνεται στο εσωτερικό του (εσωκομματική πάλη) και σε διαλεκτική σχέση με τις εξελίξεις του κοινωνικού σχηματισμού (ταξική πάλη, κοινωνική μορφολογία, εξέλιξη κρατικής διαχείρισης, διεθνείς σχέσεις-εξαρτήσεις όπως εσωτερικεύονται στον εθνικό σχηματισμό), διαμορφωνόταν κάθε φορά ο κυρίαρχος θεωρητικός λόγος, η πολιτική γραμμή στη συγκυρία, η συλλογική-κομματική μνήμη του πολιτικού-κοινωνικού αγώνα.

Οι δύο συνιστώσες -η πάλη των οποίων αποτελεί την εξέλιξη του συγκεκριμένου κομματικού σχηματισμού- δεν νοούνται ως οι συγκεκριμένες και ιδιαίτερες υποκειμενικές κομματικές ομαδοποιήσεις, ούτε μόνον κάποιες πολιτικές πρωτοπορίες που σχηματοποιούνται μέσα στον πολιτικό αγώνα. Οι εσωκομματικές συνιστώσες νοούνται ως αντικειμενικές τάσεις που εκφράζουν την παρουσία και λειτουργία ενός μαζικού κομματικού σχηματισμού σοσιαλιστικού/σοσιαλδημοκρατικού χαρακτήρα μέσα στην κίνηση και την αντίφασή του. Ένας κομματικός σχηματισμός που ταυτόχρονα εκφράζει τις σχέσεις εκπροσώπησης των κυριαρχούμενων κοινωνικών στρωμάτων στο πολιτικό επίπεδο (σοσιαλιστική συνιστώσα) και την ίδια στιγμή τη σχέση νομιμοποίησης της πολιτικής-κρατικής και τελικά ταξικής εξουσίας των κυρίαρχων αστικών και ανερχόμενων μικροαστικών στρωμάτων (αστική συνιστώσα). Σε επίπεδο κομματικών συλλογικότητων, που μορφοποιήθηκαν εντός της κομματικής πάλης, πρέπει να αναφερθούν η παρουσία της Δημοκρατικής Άμυνας ως συνιδρυτικής συνιστώσας, οι τροτσκιστικές συσπειρώσεις, το ΠΑΚ-ΠΑΣΟΚ Β΄ και η σύγκρουση της ΠΑΣΠ, το ΠΑΣΟΚ Ιταλίας (Χαραλαμπίδης) που στα τέλη της δεκαετίας του ’90 μορφοποιήθηκε στον σχηματισμό Δημοκρατικής Περιφερειακής Ένωσης, το ΠΑΣΟΚ Θεσσαλονίκης, η ΕΜΑΣ και το περιοδικό «Φυλλάδιο» (Τζουβάνος-Τζιόλας), το ΑΣΚΕ (Καργόπουλος), η Σ.Σ.Ε.Κ. στα συνδικάτα, το ΕΣΚ (Αρσένης), το ΕΡΚ (Τριτσης) και το ΔΗΚΚΙ.

Η οργανική ενσωμάτωση του ΠΑΣΟΚ στο κράτος, σταδιακά μετά τις εκλογές του ’81, ενίσχυσε την θέση της αστικής συνιστώσας και οδήγησε στην προϊούσα αστικοποίησή του, σε επίπεδο θεωρίας, πολιτικής γραμμής και οργάνωσης του κόμματος. Η συμμαχία ανάμεσα στα στρώματα της μισθωτής εργασίας (εργατική τάξη, νέα μικροαστικά στρώματα), που αποτυπώνεται στη στρατηγική της ΕΛΕ, σπάει το 1985. Τα νέα μικροαστικά στρώματα της εξασφαλισμένης μισθωτής εργασίας συμμαχούν με τα αστικά στρώματα που προσεγγίζουν το κρατικό ΠΑΣΟΚ της διαχείρισης της καπιταλιστικής εξουσίας. Είναι η περίοδος της οριστικής αποδοχής της ΕΟΚ, της οργανικής σύνδεσης με τη διαχείριση των κοινοτικών κονδυλίων, την σταδιακή συρρίκνωση της εγχώριας παραγωγικής δομής, του Ομίλου Νέων Επιχειρηματιών, της ‘’ελεύθερης’’ ιδιωτικής ραδιοφωνίας, των νέων τζακιών, του φαινομένου Κοσκωτά, των σταθεροποιητικών προγμαμμάτων λιτότητας, του ετεροχρονισμού της ΑΤΑ, της κρίσης στην ΠΑΣΚΕ και στη Γ.Σ.Ε.Ε.

Η ήττα του 1989 οδηγεί σε κρίση την ιστορική γραφειοκρατία του κόμματος, η οποία διασπάται στις αρχές της δεκαετίας του ’901 και το δεξιό τμήμα που προπαγανδίζει ιδεολογικά τη νέα σοσιαλδημοκρατία, επικρατεί τελικά στο 4ο Συνέδριο, το 1996. Τα μικροαστικά και μικροϊδιοκτητικά στρώματα αναπαράγονται και συμμαχούν, σε μια ετεροβαρή και με ημερομηνία λήξης συμμαχία με το χρηματιστικό κεφάλαιο, σε βάρος των χαμηλόμισθων μισθωτών ελαστικοποιημένων εργατοϋπαλληλικών στρωμάτων και της διαρκώς συρρικνούμενης μικρομεσαίας αγροτιάς.

Αυτή είναι η κοινωνική βάση της αστικής-εκσυγχρονιστικής συνιστώσας του ΠΑΣΟΚ, οικοδομώντας μια οικονομία υπηρεσιών με σύμβολα της εξουσίας της τους Ολυμπιακούς Αγώνες και το χρηματιστήριο, ενσωματώνει τον εθνικό σχηματισμό στην Ο.Ν.Ε. και στον σκληρό πυρήνα της Ε.Ε. ως κυριαρχούμενο, εξαρτημένο και περιφερειακό σχηματισμό, εντείνοντας την παραγωγική αποδιάθρωση της χώρας και τη δανειακή της εξάρτηση. Η πλήρης επικράτηση της αστικής συνιστώσας του κόμματος αποτυπώνεται το 2004 στη διαδοχή της ηγεσίας, τις διαδικασίες που ακολουθήθηκαν και τις θέσεις της νέας ηγετικής ομάδας (σχέδιο Ανάν, ευρωσύνταγμα, ανασφάλιστη εργασία των νέων, ιδιωτικά Α.Ε.Ι.)

 

3. Αιτίες μη συγκρότησης Αριστερής Πτέρυγας στο ΠΑΣΟΚ

Εντός του ΠΑ.ΣΟ.Κ. η σοσιαλιστική συνιστώσα ηττάται συνεχώς από τα μέσα της δεκαετίας του ’80. Μετά από μια μεταβατική περίοδο (’86-’95), από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 και μετά αδυνατεί να συγκροτηθεί αριστερή πτέρυγα στο κόμμα, εξ αιτίας του τυχοδιωκτισμού, του καριερισμού και του κρατισμού της μεγάλης πλειοψηφίας των ηγετικών στελεχών που εμφανίζονται να διαφοροποιούνται από τους εκσυγχρονιστές, καθώς επίσης της κυβερνητικής νοοτροπίας της πλειονότητας του συνδικαλιστικού τομέα και της οργανικής ενσωμάτωσης της νεολαίας του κόμματος στους κρατικούς μηχανισμούς (2ο Συνέδριο Νεολαίας 1996 - πάλη για το ασυμβίβαστο). Είναι χαρακτηριστικό ότι στις δύο κορυφαίες κρίσεις της κυβέρνησης Σημίτη, δηλαδή, την παράδοση Οτσαλάν (Φεβρουάριος 1999) και το ασφαλιστικό (Απρίλιος 2001), παρ’ όλη την παρέμβαση του λαϊκού παράγοντα στους δρόμους, ο αντιεκσυγχρονιστικός χώρος, αποκομμένος από το κίνημα, δεν μπόρεσε να προκαλέσει κρίση στους εκσυγχρονιστές, ούτε να ζητήσει άμεσα την παραίτησή τους από την ηγεσία του κόμματος. Τα ηγετικά στελέχη του αντιεκσυγχρονιστικού χώρου δεν παραιτήθηκαν καν από την κυβέρνηση.

Συνοψίζοντας, ο αντιεκσυγχρονιστικός χώρος εντός του κόμματος αδυνατεί να συγκροτηθεί σε αριστερή πτέρυγα και σοσιαλιστικό χώρο, γιατί είναι εξαιρετικά αδύναμος ιδεολογικά και πολιτικά, υπάρχει στο όνομα και μόνον της παράδοσης του κόμματος χωρίς αγωνιστικό παρόν και προοπτική για τα κυριαρχούμενα στρώματα, είναι πλήρως αποκομμένος από τα υπαρκτά κοινωνικά κινήματα και δεν συνομιλεί μ’ αυτά. Αφορά στην καλύτερη περίπτωση μια οργανωτική πάλη εντός του μηχανισμού που οδηγεί μόνο σε διαπραγμάτευση θέσεων στο κομματικό και κυβερνητικό απαράτ. Χαρακτηριστικό δείγμα αυτού του είδους της –ετερόκλητης με όρους κομματικής γεωγραφίας– εσωκομματικής αντιπολίτευσης μέρους της γραφειοκρατίας του κόμματος και των ορίων της ενάντια στην ηγετική ομάδα είχαμε στις αρχές του περασμένου Σεπτεμβρίου 2010, στη συνεδρίαση του Εθνικού Συμβουλίου του κόμματος, που κατέληξε στον διευρυμένο κυβερνητικό ανασχηματισμό και την αλλαγή του γραμματέα του Εθνικού Συμβουλίου.

 

4. Οι διάσπαρτες εσωκομματικές αντιπολιτεύσεις και η αριστερή διαφωνία

Με την πολυδιάσπαση της εσωκομματικής αντιεκσυγχρονιστικής αντιπολίτευσης στην ύστερη εκσυγχρονιστική περίοδο- με βασικές επιμέρους κομματικές μορφοποιήσεις των Ελλήνων Σοσιαλιστών (Π. Οικονόμου), της Κοινωνικής Αριστεράς (Α. Κοτσακάς - περιοδικό Στροφή) και της Αριστερής Πρωτοβουλίας (Γ. Παναγιωτακόπουλος), αλλά και μορφοποιήσεις στο χώρο της Νεολαίας ΠΑΣΟΚ - και την επισφράγιση της πολιτικής της αδυναμίας, άρχισαν σταδιακά να εμφανίζονται συσσωματώσεις και μικρές συλλογικότητες εντός ΠΑΣΟΚ, διαφορετικών εσωκομματικών προελεύσεων, χωρίς ενιαία οργανωτική συνοχή, αλλά με σαφή ιδεολογική και πολιτική διαφωνία απέναντι στο σοσιαλφιλελεύθερο ΠΑΣΟΚ και τις επιλογές του.

Μια πρώτη εμφάνιση της εσωκομματικής αριστερής διαφωνίας στην κυρίαρχη αστική συνιστώσα του ΠΑΣΟΚ και τις επιλογές της ήταν η σύγκρουση για το ζήτημα του άρθρου 16. Η σύγκρουση αυτή αποτέλεσε τομή για τους όρους διεξαγωγής της εσωκομματικής πάλης εντός του ΠΑΣΟΚ, καθώς είχε τρία βασικά χαρακτηριστικά που τη διαφοροποιούσαν σε σχέση με το παρελθόν. Κατά πρώτον, συγκροτήθηκε μετωπικά («Πρωτοβουλία μελών ΠΑΣΟΚ ενάντια στην αναθεώρηση του άρθρου 16 του Συντάγματος», η γνωστή και ως Π-16), «από τα κάτω» με πρωτοβουλίες αυτοοργάνωσης, χωρίς αρχηγούς και παζάρια για θέσεις στον κομματικό μηχανισμό. Δεύτερο χαρακτηριστικό ήταν η οργανική σύνδεση και η συνάντηση στους δρόμους και στις συνελεύσεις με το ευρύτερο κίνημα εκείνης της περιόδου και τις δυνάμεις της άλλης αριστεράς (συμμετοχή στις καταλήψεις, στα μαζικά εκπαιδευτικά συλλαλητήρια κάθε Πέμπτη, στις εκδηλώσεις-συζητήσεις). Τρίτο χαρακτηριστικό η διαφωνία ήταν γειωμένη στη συγκυρία, όχι με όρους μόνον παράδοσης, αλλά κυρίως παρόντος και προοπτικής. Κατόρθωσε να πετύχει μια νίκη τόσο με την αποχώρηση της Κ.Ο. του ΠΑΣΟΚ από την αναθεωρητική διαδικασία (Φεβρουάριος 2007), όσο και με το ψήφισμα ενάντια στην αναθεώρηση του άρθρου 16 στο συνέδριο επανίδρυσης της νεολαίας ΠΑΣΟΚ (Απρίλιος 2007) κόντρα στην επίσημη γραμμή του κόμματος, που επιχειρήθηκε να επιβληθεί στο συνέδριο. Η υπέρβαση των κάθετων και σε γενικές γραμμές απολίτικων ομαδοποιήσεων ήταν δυστυχώς προσωρινή. Το εγχείρημα δεν κατόρθωσε να συγκροτήσει ένα μάχιμο ιδεολογικό-πολιτικό-οργανωτικό ρεύμα του δημοκρατικού σοσιαλισμού ενάντια στην αστική συνιστώσα, όπως ήταν ο στόχος του πυρήνα της Πρωτοβουλίας. Να εκφράσει δηλαδή μια καθολικότητα. Εντούτοις, από τον πυρήνα του Π-16, συγκροτήθηκε η συλλογικότητα γύρω από το περιοδικό «Νέος Αγωνιστής».

Η αδυναμία διαμόρφωσης αριστερού ρεύματος μέσα στο ΠΑΣΟΚ έγινε ορατή κατά την περίοδο της εσωκομματικής πάλης για την ηγεσία του κόμματος μετά την ήττα στις εκλογές της 16ης Σεπτεμβρίου 2007, οπότε δεν μπόρεσε να μορφοποιηθεί αριστερή υποψηφιότητα για τη διεκδίκηση της ηγεσίας, με αποτέλεσμα οι αριστεροί σοσιαλιστές του κόμματος είτε να ηγεμονευθούν από μια παράδοση κενή σύγχρονου περιεχομένου με στόχο να έχουν επαφή με το μεγάλο μέρος της λαϊκής βάσης του κόμματος που κινητοποιήθηκε από τη συγκινησιακή ηγεμονία του ονόματος είτε να συμβιβαστούν με μια υποψηφιότητα με κυρίαρχα τα στοιχεία του πολιτικού βοναπαρτισμού και με συμμάχους την πλειοψηφία των εκσυγχρονιστών με στόχο ν’ αποτρέψουν τα χειρότερα είτε να στηρίξουν μια ανώδυνη επιλογή της κομματικής γραφειοκρατίας είτε να αρνηθούν και τις τρεις προσφερόμενες από την αστική συνιστώσα επιλογές στη κατεύθυνση του λευκού και του ακύρου, αποδεχόμενοι την ήττα της αριστεράς στο κόμμα.

 

5. Η προσωρινή προεκλογική αριστερή στροφή του ΠΑΣΟΚ

Η πάλη των κυριαρχούμενων στρωμάτων, μέσα από μια προϊούσα οικονομική επιδείνωση των όρων καθημερινής διαβίωσης συνέπεια της κρίσης του παγκόσμιου καπιταλισμού, η έστω και οργανωτικά αδύναμη, αλλά πολιτικά υπαρκτή παρέμβαση μελών και φίλων του ΠΑΣΟΚ για μια ριζοσπαστική και αριστερή στροφή, καθώς και οι ανάγκες της ηγετικής ομάδας του ΠΑΣΟΚ να επανακτήσει μια έστω εκλογική σύνδεση με την κοινωνική της βάση, την οδήγησε στη διακηρυκτική υιοθέτηση θέσεων όπως ανάγκη αναθεώρησης του συμφώνου σταθερότητας από κοινωνική σκοπιά ενόψει ευρωεκλογών (Ιούνιος 2009, το ιστορικό δίλημμα «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα»), καθώς επίσης στη θέση για υπέρβαση της οικονομικής ύφεσης μέσα από κεϋνσιανή διαχείριση και αναθέρμανση της ζήτησης, η οποία διατυπώθηκε ενόψει των βουλευτικών εκλογών (Οκτώβριος 2009, το περίφημο «λεφτά υπάρχουν»).

Στη συγκυρία που ακολούθησε μετά τις εκλογές η ντόπια αστική τάξη, που ελέγχει πλήρως την ηγεσία και την κομματική γραφειοκρατία του ΠΑΣΟΚ και ειδικότερα η μερίδα της εκείνη που είναι οργανικά συνδεδεμένη με το διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο, επέβαλε το μνημόνιο (ν. 3845/2010), που αποτελεί ανοιχτή οικονομική κατοχή της χώρας, με νεοαποικιακούς ληστρικούς όρους υπέρ της διάσωσης και του πλουτισμού των διεθνών πιστωτών, σε βάρος της εθνικής ανεξαρτησίας, της λαϊκής κυριαρχίας, του δημόσιου πλούτου και αγαθών, των μισθών, των συντάξεων, των πολιτικών ελευθεριών και των κοινωνικών δικαιωμάτων της μεγάλης πλειοψηφίας του ελληνικού λαού.

Οι αντιδράσεις στο ΠΑΣΟΚ, όσες πολιτικά εκφράστηκαν, είτε ήταν ενσωματώσιμες με διαπραγματεύσεις και συμβιβασμούς εντός των πλαισίων της γραφειοκρατίας του χώρου είτε κινήθηκαν στην ανοιχτή σύγκρουση και ρήξη με τις επιλογές του αστικού ΠΑΣΟΚ. Είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ η ΠΑΣΚ/Δημοσίων Υπαλλήλων αντιδρά στην πολιτική του μνημονίου και η ηγεσία της ΑΔΕΔΥ έχει πιο αγωνιστικές θέσεις από τη ΓΣΕΕ εδώ και χρόνια, εντούτοις δύο κεντρικά στελέχη της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας της ΠΑΣΚ/ΔΥ κατεβαίνουν υποψήφιοι αντιπεριφερειάρχες με το ψηφοδέλτιο Σγουρού, την ίδια στιγμή που ο δημοσιοϋπαλληλικός κόσμος δέχεται σφοδρή επίθεση στο μισθό και τα δικαιώματά του, ενώ καθημερινά χλευάζεται από εκπροσώπους της κεντρικής εξουσίας στα Μ.Μ.Ε.

 

6. Οι πρώτες μετωπικές ρήξεις στην περίοδο του Δ.Ν.Τ. Ο ρόλος της παράταξης «Αττική Συνεργασία

– Όχι στο Μνημόνιο»

Κεντρική μορφοποίηση μέχρι τώρα της ριζικής διαφωνίας των αριστερών σοσιαλιστών στην πολιτική της βίαιης καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης που επιχειρεί η κυβέρνηση μέσω του μηχανισμού και των όρων δανειακής σύμβασης, είναι η συγκρότηση από κοινού με ανένταχτους σοσιαλιστές και συναγωνιστές από το χώρο του ΣΥΡΙΖΑ της αυτοδιοικητικής περιφερειακής παράταξης «Αττική Συνεργασία - Όχι στο μνημόνιο», με επικεφαλής τον Αλέξη Μητρόπουλο. Πρόκειται για μια μορφοποιημένη έκφραση των πιο συνειδητοποιημένων τμημάτων του σοσιαλιστικού χώρου, κοινωνικά γειωμένων και αγκυρωμένων στις δυνάμεις της μισθωτής εργασίας (οι οποίες αποτελούν σήμερα την κυρίαρχη μορφή απασχόλησης σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό απ’ ότι την περίοδο του ’70-’80), αλλά και των μικροαστικών στρωμάτων (παραδοσιακών και νέων) που μισθωτοποιούνται σε καθεστώς αποδόμησης των εργασιακών και κοινωνικοασφαλιστικών σχέσεων, σε αντικειμενική κατεύθυνση σύγκρουσης με το σύνολο της κυβερνητικής πολιτικής. Είναι μια μαχητική συνάντηση διαλόγου και αγώνα δυνάμεων της αριστερής διαφωνίας στο ΠΑΣΟΚ, του σοσιαλιστικού χώρου, με κομμουνιστογενείς δυνάμεις της ριζοσπαστικής και ανανεωτικής αριστεράς, αλλά και της αντισυστημικής οικολογίας. Με επικεφαλής έναν κοινωνικό επιστήμονα-ακτιβιστή των θεμάτων της εργασίας, του κοινωνικού κράτους και των δημοσίων αγαθών, που στην ατομική του διαδρομή και με όλες τις κριτικές και ενστάσεις για την πορεία του, δεν ενσωματώθηκε στην κρατικο-κομματική γραφειοκρατία του ΠΑΣΟΚ, ούτε ως διανοούμενος ιδεολογικά μεταλλάχθηκε, όπως έγινε με τη μεγάλη πλειοψηφία των κεντροαριστερών διανοουμένων την τελευταία 20ετία2.

Απεναντίας, η αυτοδιοικητική κίνηση με επικεφαλής τον Γ. Δημαρά, πέραν της δεδομένης συμμαχίας με νεοφιλελεύθερες και «μνημονιακές δυνάμεις», άλλωστε και ο ίδιος υπερψήφισε τον Καλλικράτη (ν. 3852/2010) και δεν καταψήφισε την αποδόμηση του κοινωνικοασφαλιστικού συστήματος και των εργασιακών σχέσεων (ν. 3863/2010) στη λογική της διαπραγμάτευσης στα πλαίσια της γραφειοκρατίας του ΠΑΣΟΚ, εκφράζει την ιδεολογική θολούρα και σύγχυση, τον παραγοντισμό, την ανώδυνη διαμαρυρία που είναι πλήρως ενσωματώσιμη στο σύστημα. Γι’ αυτό άλλωστε προπαγανδίζεται και στηρίζεται απ’ αυτό.

 

7. Προϋποθέσεις ανασύνθεσης του σοσιαλιστικού χώρου και της άλλης

Αριστεράς

Παρ’ όλο που οι συνθήκες και οι ανάγκες απαιτούσαν τη μέγιστη δυνατή συσπείρωση σοσιαλιστικών, κομμουνιστικών, ριζοσπαστικών και δημοκρατικών δυνάμεων, εντούτοις λόγω υποκειμενικών αδυναμιών αυτό δεν επιτεύχθηκε. Στη μεγαλύτερη κρίση του αστισμού από τη μεταπολίτευση, όπου καταρρέει η εγχώρια αστική στρατηγική, επιβεβαιώνοντας με τον πλέον ορατό τρόπο τον Ανδρέα Παπανδρέου -ότι η ντόπια αστική τάξη, διαβρωμένη και εξαρτημένη από το πολυεθνικό μονοπωλιακό κεφάλαιο στα κρίσιμα ζητήματα μιλά με τη φωνή του κυρίου της- η Αριστερά, ως πολιτική δύναμη των «από κάτω», δεν μπορεί να παρέμβει, ενώ είναι η πρώτη φορά από το ’89 που μεγάλα τμήματα της ελληνικής κοινωνίας, πέραν του παραδοσιακού της ακροατηρίου, περιμένουν να την ακούσουν. Ίσως μετά τις εκλογές ωριμάσουμε και υποκειμενικά, σε μια ενωτική και αγωνιστική κατεύθυνση, ακολουθώντας την προτροπή του Μαρξ, ότι «κάθε πραγματικό βήμα προς τα εμπρός έχει περισσότερη σημασία παρά μια δωδεκάδα προγράμματα».

Πρέπει στη συγκυρία των εκλογών και το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα να διαμορφώσουμε εκείνες τις ιδεολογικές, πολιτικές και οργανωτικές προϋποθέσεις συνάντησης του σοσιαλιστικού χώρου και της άλλης αριστεράς, μέσα από ανοιτχές πρωτοβουλίες βάσης, στην κατεύθυνση της ανατροπής της κυβερνητικής πολιτικής, του μνημονίου και των συνεπειών του, της παραγωγικής και κοινωνικής ανασυγκρότησης της χώρας, της συγκρότησης δημόσιου τραπεζικού συστήματος, της υπεράσπισης και διεύρυνσης του κοινωνικού κράτους, των δημοσίων αγαθών, των δικαιωμάτων της μισθωτής εργασίας, την αποτροπή των ιδιωτικοποιήσεων του δημοσίου χώρου, καθώς επίσης της προστασίας του περιβάλλοντος και της αποτροπής της τσιμεντοποίησης των ελεύθερων χώρων.

Η ενδεχόμενη προοπτικά οικοδόμηση ενός σοσιαλιστικού υποκειμένου, όπως έδειξε το εγχείρημα του Λαφονταίν ή του Μελανσόν ή ακόμα πιο ολοκληρωμένα οι σύγχρονες εμπειρίες στη Λατινική Αμερική, θα θέτει πλέον το ζήτημα της υπέρβασης του καπιταλιστικού συστήματος, συνδέοντάς το με επιμέρους καθημερινές παρεμβάσεις, εδώ και τώρα, σε εθνικό και διεθνικό επίπεδο, αποδεσμευόμενο από τη νέα σοσιαλδημοκρατία της τελευταίας 20ετίας, αλλά και από την πολιτική τριτοδιεθνιστικών σχηματισμών, σε μια γραμμή 21/2ης Διεθνούς, μιλώντας με όρους της ιστορίας του εργατικού-σοσιαλιστικού κινήματος.

* Δικηγόρος, μέλος της Συντακτικής Ομάδας του περιοδικού Νέος Αγωνιστής και υποψήφιος περιφερειακός σύμβουλος στον Κεντρικό Τομέα Αθήνας με το συνδυασμό «Αττική Συνεργασία - Όχι στο Μνημόνιο». To παρόν κείμενο δημοσιεύθηκε στο 50ο τεύχος του περιοδικού Κόκκινο (Σεπτέμβριος- Οκτώβριος 2010)

1 Σύγκρουση στη συνεδρίαση της Κ.Ε. –στο Πεντελικό– για την ανάδειξη Γραμματέα της Κ.Ε. μετά το 2ο Συνέδριο (Νοέμβριος 1990).

2 Για το ζήτημα της στροφής των διανοουμένων και της στήριξής τους στο εκσυγχρονιστικό εγχείρημα, βλ. το πολύ ενδιαφέρον άρθρο του Δ. Μπελαντή, «Η στροφή των διανοουμένων: Για την αδιάκριτη γοητεία του ‘’εκσυγχρονισμού’’ στους αριστερούς διανοούμενους», περιοδικό Θέσεις, τχ. 59.

Share
© 2011-2013 Νέος Αγωνιστής