Για το "προσχέδιο" νόμου για την ανώτατη εκπαίδευση

Δημιουργήθηκε στις Κυριακή, 10 Ιούλιος 2011

(το κείμενο αυτό αποτελεί μια πρώτη συλλογική επεξεργασία μελών του Νέου Αγωνιστή, υπό την επιμέλεια του σ. Γιώργου Παπανικολάου, Λέκτορα στο School of Social Science and Law, Teesside University, UK)

Με τη δημοσίευση του ‘προσχεδίου’ νόμου για την ‘οργάνωση της ανώτατης εκπαίδευσης, ανεξάρτητη αρχή για τη διασφάλιση και πιστοποίηση της ποιότητας στην ανώτατη εκπαίδευση’ επισημοποιήθηκαν επιτέλους οι προθέσεις της κυβέρνησης για τις ‘μεταρρυθμίσεις΄ στο χώρο της ανώτατης παιδείας.

Το ‘προσχέδιο’, παρά τους τακτικισμούς της τελευταίας στιγμής από την πλευρά του υπουργείου, δεν περιέχει πολλές εκπλήξεις: η συνάντηση των Δελφών, η έκθεση Κατέχη και οι δηλώσεις και η στάση της υπουργού και των συνεργατών της είχαν βέβαια καταστήσει εγκαίρως σαφές προς όλους το γενικό πνεύμα της ‘μεταρρύθμισης’. Με το ‘προσχέδιο’ επιχειρείται η εισαγωγή της κατάλληλης οργανωσιακής μορφής, στη βάση της οποίας θα υλοποιηθούν με πιο αποφασιστικό και αποτελεσματικό τρόπο μια σειρά ευρωπαϊκές ή εγχώριες νεοφιλελεύθερες πολιτικές για την ανώτατη εκπαίδευση, οι οποίες άρχισαν σταδιακά να εφαρμόζονται την τελευταία 25ετία. Στην πραγματικότητα, δεν πρόκειται για ‘προσχέδιο’, το οποίο θα γίνει τάχα αντικείμενο διαβούλευσης, διαλόγου ή διαπραγμάτευσης. Οι συντάκτες του ξέρουν ακριβώς τι είδους αλλαγή θέλουν να επιφέρουν στην οργάνωση και λειτουργία της ανώτατης εκπαίδευσης, γνωρίζουν πολύ καλά με βάση ποιο μοντέλο και ποια διεθνή εμπειρία μπορεί να επιτευχθεί αυτή η αλλαγή, και, κυρίως, έχουν απόλυτη επίγνωση των άμεσων και ευρύτερων συνεπειών της αλλαγής αυτής για τη φύση, το σκοπό και τη λειτουργία της ανώτατης εκπαίδευσης.

Είναι άλλωστε χαρακτηριστικό πως το κείμενο που είδε το φως της δημοσιότητας είναι ακριβώς οι διατάξεις του νόμου χωρίς κανένα σκεπτικό, καμία αιτιολογία, κανένα ίχνος ανάλυσης, κάτι, ο,τιδήποτε, που να εξηγεί από την πλευρά των συντακτών την ανάγκη της ‘μεταρρύθμισης’. Αποσιωπούνται δε παντελώς οι αναγκαίες (και παρούσες σε κάθε νομοσχέδιο) μεταβατικές διατάξεις. Αποσκοπεί άραγε το υπουργείο έως την ψήφιση του νόμου να προκαλέσει μια συζήτηση επί συγκεκριμένων σημείων/άρθρων, κατά την οποία οι τυχόν ενδοπανεπιστημιακοί συμψηφισμοί και η πρόθυμη φλυαρία κάποιων ‘υπεύθυνων’ πολιτικών δυνάμεων, θα δημιουργήσουν μια ψευδαίσθηση διαλόγου, ενδεχομένως και συναίνεσης; Ενδεχομένως. Ας ελπίσουμε πως εντός και εκτός του πανεπιστημίου οι δυνάμεις που θέλουν και μπορούν να αντιπαρατεθούν με την κυβέρνηση θα αντιληφθούν πως η ουσία του εγχειρήματος είναι δεδομένη, και σ’ότι αφορά την κυβέρνηση, αδιαπραγμάτευτη. Ποιά είναι αυτή; Ο νέος νόμος για την ανώτατη εκπαίδευση:

- ακυρώνει τη δυνατότητα μιας ανώτατης εκπαίδευσης ανοιχτής στις ανάγκες των πολιτών, των εργαζομένων στο πανεπιστήμιο και της σπουδάζουσας νεολαίας, αφού περιορίζει στο ελάχιστο δυνατό την εκπροσώπηση τόσο της κοινωνίας όσο και των εργαζομένων στο πανεπιστήμιο και αποβάλει ουσιαστικά τον φοιτητικό παράγοντα από τα κρίσιμα κέντρα απόφασης στο πανεπιστήμιο.

- δημιουργεί δομές συγκεντρωτικού ελέγχου στη διαχείριση και το διδακτικό και ερευνητικό έργο του πανεπιστημίου, καθώς εγκαθιδρύει αφενός μεν νέα τεχνοκρατικά στρώματα διαχειριστών και περιορίζει δραστικά αφετέρου τη λειτουργική διδακτική και επιστημονική αυτονομία της συντριπτικής πλειοψηφίας των πανεπιστημιακών δασκάλων και ερευνητών.

- βαθαίνει και εντατικοποιεί την εξάρτηση του ελληνικού ακαδημαϊκού έργου από κέντρα και συμφέροντα αφού οι δομές, πρακτικές και νοοτροπίες που εκπορεύονται από αυτά αναγορεύονται σε αποφασιστικά κριτήρια αξιολόγησης της εγχώριας εκπαιδευτικής και ερευνητικής διαδικασίας και των αποτελεσμάτων τους.

- δημιουργεί όχι μόνο τους όρους για δραματικούς περιορισμούς και καταστολή της ελευθερίας έκφρασης των φοιτητών/σπουδαστών και της δημοκρατικής διαδικασίας μέσα στην ανώτατη εκπαίδευση, αλλά τελικά υπονομεύει την ίδια τη δυνατότητα για ολόπλευρη ανάπτυξη υπεύθυνων προσωπικοτήτων και ενεργών πολιτών, αφού εμφυτεύει στην καρδιά της πανεπιστημιακής εκπαιδευτικής διαδικασίας το νεοφιλελεύθερο ιδεολόγημα της ‘μάθησης’ και των ‘μαθησιακών αποτελεσμάτων’.

- προετοιμάζει την πλήρη εξάρτηση της ανώτατης εκπαίδευσης από τη λειτουργία και τη λογική της αγοράς. Ανοίγει διάπλατα τις πύλες τόσο στα εγχώρια οικονομικά συμφέροντα, όσο και συνολικά στο διεθνικό εκπαιδευτικό-βιομηχανικό συγκρότημα, ενώ ταυτόχρονα επιτάσσει την προσαρμογή των προγραμμάτων σπουδών στις ανάγκες της αγοράς εργασίας, κάτι που τελικά συνεπάγεται την υποβάθμιση του περιεχομένου των προγραμμάτων σπουδών και την αποθέωση της ιδεολογίας του ανταγωνισμού στην πρακτική και τη συνείδηση των φοιτητών.

- προαναγγέλλει την διεύρυνση των διακρίσεων και των αποκλεισμών των πιο αδύναμων ομάδων της νέας γενιάς από το δικαίωμα στην ανώτατη παιδεία, αφού υποτάσσει την προνοιακή όψη και το χαρακτήρα της ανώτατης εκπαίδευσης ως κοινωνικού μισθού στη λογική της αποτελεσματικής και αποδοτικής οικονομικής διαχείρισης και μετακυλάει το κόστος των σπουδών στους φοιτητές/σπουδαστές και τις οικογένειές τους.

Πολύ σπάνια η νεοφιλελεύθερη συνταγή για την παράδοση της ανώτατης εκπαίδευση στις επιταγές της αγοράς εμφανίζεται με τέτοια καθαρότητα: είναι φανερό ότι οι συντάκτες του σχεδίου κατέβαλαν κάθε προσπάθεια να ακολουθήσουν κατά γράμμα το αγγλοαμερικανικό μοντέλο, το οποίο βρίσκεται σε υλοποίηση εδώ και ένα τέταρτο του αιώνα.1 Εντωμεταξύ, ο πρωθυπουργός, η υπουργός και διάφορα άλλα κυβερνητικά στελέχη διακηρύσσουν τις τελευταίες μέρες σε κάθε δυνατό τόνο πως αυτές οι αλλαγές έχουν επίκεντρο την ‘επανάκτηση αρχών και αξιών’, τον ‘ανθρωποκεντρικό προσανατολισμό’, την ‘αναβάθμιση της παρεχόμενης παιδείας’ και την ‘ελπιδοφόρα προοπτική που αξίζει ο κάθε Έλληνας και η κάθε Ελληνίδα’.2 Ο επιθανάτιος ρόγχος αυτού του ΠΑΣΟΚ είναι πλέον εκκωφαντικός.

Προχωρώντας σε μια σύντομη κριτική ανάλυση του σχεδίου, αξίζει τον κόπο να ανατρέξουμε στην αρχική μορφή του πλαισίου το οποίο το σημερινό σχέδιο θέλει να καταργήσει, και να συγκρίνουμε τη λιτή διατύπωση των γενικών αρχών του ν.1268/1982 με την ανυπόφορη, αλλά τόσο χαρακτηριστική φλυαρία της νεοφιλελεύθερης διαχείρισης. Οι πρώτες ζητούσαν τελικά απο το πανεπιστήμιο να συντείνει στη 'διαμόρφωση υπεύθυνων ανθρώπων με επιστημονική, κοινωνική, πολιτιστική και πολιτική συνείδηση' και να παρέχει 'τα απαραίτητα εφόδια που θα εξασφαλίζουν την άρτια κατάρτισή τους για επιστημονική και επαγγελματική σταδιοδρομία' (α.1 ν.1268/1982). Αλλά στη σκέψη του νεοφιλελεύθερου διαχειριστή, ένα τέτοιο πανεπιστήμιο δεν είναι 'good value for money'. Χρειάζεται ένα άλλου τύπου πανεπιστήμιο, λειτουργικό στις ανάγκες της αγοράς για κερδοφορία και ευελιξία: στο προτεινόμενο άρθρο 3, σκοποί όπως η εφαρμογή της γνώσης 'στο επαγγελματικό πεδίο', η προσφορά δια βίου μάθησης, η ανάπτυξη των δεξιοτήτων δεσπόζουν στη λίστα των προτεραιοτήτων για το περιεχόμενο των σπουδών, ενώ παράλληλα η 'συνεχής βελτίωση της ποιότητας' και η 'αποδοτική και αποτελεσματική διαχείριση του προσωπικού, των πόρων και των υποδομών' αναγορεύονται σε υπέρτατες λειτουργικές αρχές των ιδρυμάτων, στις οποίες το σχέδιο επανέρχεται σε πάμπολλα σημεία του. Τί σημαίνει όμως τελικά ΄ποιότητα της εκπαίδευσης', και τί ακριβώς είναι 'αποτελεσματική και αποδοτική λειτουργία' ενός οργανισμού που έχει στόχο την παραγωγή και καλλιέργεια της γνώσης, της επιστήμης και του πολιτισμού; Τί είναι 'ποιότητα' στη διδασκαλία της φιλοσοφίας, πώς βελτιώνεται 'συνεχώς' η ποιότητα της εκπαίδευσης των νέων αρχιτεκτόνων, ποιά κοινωνιολογία είναι 'αποτελεσματική', τί λογής ιατρική επιστήμη είναι 'αποδοτική'; Είναι προφανές ότι δεν μπορεί να υπάρχουν απολύτως σταθερά και συμφωνημένα κριτήρια για τη σημασία των παραπάνω: ανώτατη εκπαίδευση που παράγει γνώση στην υπηρεσία της ανθρώπινης και κοινωνικής προόδου είναι εξ ορισμού ανοιχτή στο νέο, στον πειραματισμό, αλλά και στο ενδεχόμενο του αδιεξόδου και της αποτυχίας. Με βάση αυτά τα δεδομένα έχει προκύψει η κοινωνική λειτουργία του μοντέρνου πανεπιστημίου και οριοθετήθηκε η σχετική αυτονομία του από άλλους μηχανισμούς. Αλλά για το νεοφιλελευθερισμό, του οποίου το φαντασιακό έχει την όψη και το περιεχόμενο λογιστικού φύλλου, η μόνη σχέση που μπορεί να έχει το πανεπιστήμιο είναι με τις αγορές, και συνεπώς τα μόνα αποδεκτά κριτήρια λειτουργίας προκύπτουν από τη λογική της διαχείρισης μια οικονομικής μονάδας. Το μοντέλο του πανεπιστημίου της αγοράς αντιλαμβάνεται τη βελτίωση, την αποτελεσματικότητα, την αποδοτικότητα ως στενά οικονομικές και συνεπώς με τέτοιο τρόπο μετρήσιμες έννοιες. Ακολουθώντας το γράμμα και το πνεύμα του μοντέλου αυτού, το σχέδιο της κυβέρνησης ενσωματώνει στην οργάνωση και λειτουργία της ελληνικής ανώτατης εκπαίδευσης ακριβώς αυτή την οικονομιστική λογική.

Η διαχειριστική λογική κόστους-ωφέλους, η οποία διατρέχει από άκρου σε άκρο το πανεπιστήμιο της αγοράς έχει τρομακτικές συνέπειες όχι μόνο για το περιεχόμενο των σπουδών και τα δικαιώματα των φοιτητών αλλά και για την επαγγελματική κατάσταση των εργαζομένων σε αυτό. Για να θυμηθούμε τα λόγια του ιδρυτή του (ιδιωτικού) πανεπιστημίου του Φοίνιξ (ΗΠΑ) John Sterling, '[το πανεπιστήμιο] είναι εταιρία, όχι κοινωνικός θεσμός...δεν προσπαθούμε να καλλιεργήσουμε αξίες, ούτε ασχολούμαστε με μαλακίες τύπου "να διευρύνουμε τη σκέψη" [των φοιτητών]'.3 Αφενός μεν το πανεπιστήμιο αυτό εξειδικεύεται στην επαγγελματική κατάρτιση και πιστοποίηση δεξιοτήτων, ανάλογα με το τι ζητάει η αγορά, αφετέρου δε οι εργαζόμενοι σε αυτό όχι μόνο είναι αποκλεισμένοι από τη διοίκησή του και τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων, αλλά στερούνται ακόμη και τις ελάχιστες εγγυήσεις εργασιακής ασφάλειας. Πως θα μπορούσε να είναι αλλιώς; Εάν η λειτουργία του εκπαιδευτικού ιδρύματος επικαθορίζεται από τη θέση του στην αγορά, είτε σαν οικονομική μονάδα το ίδιο (δηλαδή στη βάση της οικονομικής βιώσιμοτητας και τελικά της κερδοφορίας), είτε με βάση την 'απασχολησιμότητα' (δηλαδή την επικαιρότητα των δεξιοτήτων και το βαθμό εσωτερίκευσης της δουλοπρέπειας) των αποφοίτων του, τότε όχι μόνο το περιεχόμενο των σπουδών καθορίζεται από τις επιταγές της αγοράς, όχι μόνο το περιβάλλον και οι συνθήκες των σπουδών μετατρέπονται σε εμπόρευμα οι ίδιες, αλλά και η αυτονομία των εργαζομένων πρέπει να εκτοπιστεί από ένα υπερτροφικό διευθυντικό δικαίωμα και τη γραφειοκρατία, τις πρακτικές ελέγχου και τις μορφές γνώσης που αναπτύσσονται γύρω από αυτό, προκειμένου ο επικαθορισμός αυτός να εξασφαλιστεί και να μεγιστοποιηθεί.

Η ευρύτατη αυτή αναφορά στις συντεταγμένες του μοντέλου είναι αναγκαία για να γίνει απολύτως κατανοητό τι είδους δυναμικές εξαπολύει και θεσμοποιεί το σχέδιο της κυβέρνησης. Οι συνέπειες μπορεί να μην είναι όλες ή απολύτως προφανείς στην παρούσα φάση, επειδή το σχέδιο αποσκοπεί στη διαμόρφωση των σχετικών οργανωσιακών-θεσμικών υποδομών σε μια συνεκτικότερη μορφή. Σχετικές πολιτικές έχουν ήδη παρεισφρύσει σταδιακά στη λειτουργία της ανώτατης εκπαίδευσης,4 και, όπως προκύπτει και από την εμπειρία άλλων χωρών, περαιτέρω αποφασιστικότερες προσπάθειες αγοραιοποίησης είναι βέβαιο ότι θα ακολουθήσουν στο μέλλον, αφού άλλωστε η θέση σε λειτουργία του πλαισίου αυτού θα τα προκαλέσει ως ‘αναγκαίες’ λύσεις στα προβλήματα που θα ανακύψουν ακριβώς λόγω της ύπαρξης του πλαισίου αυτού!

Για να γίνει φανερό ότι αυτές οι δυναμικές ενυπάρχουν στο οργανωτικό πλαίσιο που εισάγει το σχέδιο, είναι αναγκαίο να γίνει μια ανάγνωση των αλλαγών όχι από τα πάνω προς τα κάτω, αλλά από τα κάτω προς τα πάνω: δηλαδή, να ξεκινήσει κανείς όχι από τις αλλαγές (σε αντιδημοκρατική και συγκεντρωτική κατεύθυνση) σε επίπεδο πρυτανικών αρχών και κεντρικών υπηρεσιών του πανεπιστημίου, αλλά από την αναδιάρθρωση της ‘πρώτης γραμμής’ στο διδακτικό και ερευνητικό έργο, την οποία σήμερα αποτελεί το τμήμα. Με βάση το ν.1268/1982, το τμήμα καλύπτει ένα γνωστικό αντικείμενο. Τα τμήματα υποδιαιρούνται σε τομείς λόγω της ύπαρξης επιμέρους επιστημονικών πεδίων, και επίσης υπάγονται σε σχολές, οι οποίες καλύπτουν ένα σύνολο συγγενών επιστημών. Αλλά οι τομείς και οι σχολές είναι σχηματισμοί συντονιστικού-διαχειριστικού χαρακτήρα: είναι το τμήμα που αποτελεί τη βασική λειτουργική (ακαδημαϊκή) μονάδα του πανεπιστημίου. Έτσι, όχι μόνο το πτυχίο που απονέμει αντιστοιχεί στο γνωστικό αντικείμενο που καλύπτει το τμήμα, αλλά και η διοίκηση του κύκλου των δραστηριοτήτων που συνεπάγεται η ένταξη στο γνωστικό αντικείμενο και η διαχείριση των πόρων που αναλογούν γίνεται από το τμήμα. Η δε οργάνωση του τμήματος αποτυπώνει πλήρως τις αρχές για την εκπροσώπηση και τη συμμετοχική διοίκηση που είχε εισάγει ο ν.1268 (π.χ. Γενική Συνέλευση Τμήματος με συμμετοχή του συνόλου του ΔΕΠ και εκπροσώπηση των φοιτητών και άλλων κατηγοριών μελών του τμήματος). Αυτά δεν έχουν το νόημα ότι ο ν.1268 εποίησε όλα λίαν καλώς5. Αλλά το τμήμα ως μονάδα οργάνωσης και διοίκησης αντιστοιχεί και σε μια υπαρκτή διαδικασία κοινωνικοποίησης σε μια δεδομένη επιστήμη, η οποία αφορά τόσο στο ΔΕΠ όσο και στους φοιτητές που εντάσσονται σε αυτό—ιδίως για τους τελευταίους το στοιχείο αυτό είναι απολύτως κρίσιμο στο βαθμό που καθορίζει και την άμεση ή απώτερη δυνατότητά τους να λειτουργήσουν ως παραγωγοί γνώσης: αυτό είναι τελικά και ο σκοπός του πανεπιστημίου. Οι στρεβλώσεις που αναμφισβήτητα υπάρχουν σήμερα δεν ακυρώνουν το βασικό αυτό δεδομένο, και μια μεταρρύθμιση με ειλικρινείς προθέσεις για το χαρακτήρα του πανεπιστημίου θα έπρεπε αυτές να αντιμετωπίσει στο επίπεδο του τμήματος.

Aλλά το σχέδιο διαγράφει τελείως το τμήμα από το χάρτη του πανεπιστημίου. Με την εφαρμογή του, η διοίκηση και η λήψη αποφάσεων και η διαχείριση των πόρων συγκεντρώνεται στο επίπεδο της σχολής, η οποία πια θα είναι η βασική διοικητική και ακαδημαϊκή μονάδα (α.7). Με βάση το ίδιο άρθρο είναι η σχολή που οργανώνει προγράμματα σπουδών, συντονίζει την υλοποίησή τους και τελικά απονέμει τα αντίστοιχα πτυχία. Η υλοποίηση αυτή ανατίθεται από τη σχολή σε ‘ομάδες διδασκόντων’, οι οποίες θα αποτελούν τη βασική εκαπαιδευτική μονάδα, η οποία ‘οργανώνει τη διδασκαλία στο πλαίσιο ενός προγράμματος σπουδών και εξασφαλίζει τη συνεχή βελτίωση της μάθησης σε αυτό’ (α.7§2). Προσοχή εδώ: το νόημα της αλλαγής αυτής είναι ότι πλέον τα γνωστικά αντικείμενα, ή, το πιθανότερο, επιμέρους πεδία ενός ή περισσοτέρων γνωστικών αντικειμένων θα αποτελούν παρακολούθημα του πτυχίου. Το τελευταίο, δηλαδή, σύμφωνα και με την ανάλογη εμπειρία άλλων χωρών, μεταμορφώνεται από ένα έγγραφο που πιστοποιεί την ένταξη σε μια επιστήμη, σε ένα προϊόν, το οποίο μοιραία, αργά ή γρήγορα, θα αρχίσει να προσαρμόζεται στις ‘ανάγκες’ των καταναλωτών του, οι οποίοι σε τελική ανάλυση δεν είναι οι φοιτητές, αλλά οι εργοδότες. Η συγκρότηση του διδακτικού έργου στη βάση προγραμμάτων σπουδών (και όχι γνωστικών αντικειμένων-επιστημών) οδηγεί απευθείας σε ένα καθεστώς φοίτησης-μπουφέ, προοπτική η οποία ενυπάρχει ήδη στην οργάνωση των σπουδών με βάση το σύστημα των πιστωτικών μονάδων. Αλλά οδηγεί επίσης σε κατακερματισμό των γνωστικών αντικειμένων και κυρίως σε διάσπαση της ενότητας διδασκαλίας και έρευνας, αφού η ‘πρώτη γραμμή’ του πανεπιστημιακού έργου μετατρέπεται πια σε μηχανισμό διδασκαλίας, της οποίας αφενός μεν η μορφή θα καθορίζεται από επιτροπές και όργανα σε επίπεδο σχολής, αφετέρου δε το περιεχόμενο θα αστυνομεύεται από όργανα σε επίπεδο σχολής (α.9§8θ’) και τελικά από την κεντρική πανεπιστημιακή ‘αστυνομία ποιότητας’ (τη Μονάδα Διασφάλισης Ποιότητας-ΜΟΔΙΠ, α.14), υπό την υψηλή εποπτεία και το αόρατο χέρι της Αρχής Διασφάλισης Ποιότητας (α.65 επ.). Για να το πούμε απλά: αφενός μεν προετοιμάζεται εδώ όχι απλά το έδαφος για δραματική έκπτωση, αν όχι αφανισμό της αυτονομίας του πανεπιστημιακού ως διανοητικού εργαζόμενου, ο οποίος αναπτύσσεται και παράγει ταυτόχρονα ως δάσκαλος και ως ερευνητής, αλλά για τη δημιουργία μια μόνιμης διαίρεσης του ΔΕΠ σε διδακτικό και ερευνητικό προσωπικό. Αφετέρου δε ανοίγει ο δρόμος για την υποβάθμιση του βασικού πτυχίου σε πιστοποιητικό επαγγελματικής κατάρτισης και βεβαίωση συλλογής δεξιοτήτων, διότι με βάση αυτές καθίστανται μετρήσιμο μέγεθος τα ‘μαθησιακά αποτελέσματα’ που συγκροτούν τα προγράμματα σπουδών και επιτρέπουν την αστυνόμευση της ποιότητας.

Από τα παραπάνω προκύπτει, η εκπροσώπηση των καθηγητών και των φοιτητών στη γενική συνέλευση του προγράμματος σπουδών καθίσταται άνευ ουσίας, διότι πρόκειται για διεκπεραιωτικό όργανο που λειτουργεί εν πολλοίς υπό την επιστασία του διευθυντή του προγράμματος. Η δε περιθωριοποίηση της μεγάλης πλειοψηφίας των εργαζομένων στο πανεπιστήμιο αλλά και των φοιτητών από τις διαδικασίες απόφασης και ελέγχου μέσα στο πανεπιστήμιο θωρακίζεται και με τον δραστικό περιορισμό της εκπροσώπησης ή ακόμη και τον πλήρη αποκλεισμό από τα σχετικά όργανα, δηλαδή τη ΓΣ της Σχολής, την κοσμητεία (α.9) και βεβαίως τους σχηματισμούς της αστυνομίας ποιότητας—ιδίως η ΑΔΙΠ είναι βασικά τεχνοκρατικός σχηματισμός. Να σημειωθεί εδώ ότι κρίσιμα ζητήματα που αφορούν στη σύνθεση των κατώτερων ιδίως οργάνων των πανεπιστημίων δεν διευκρινίζονται στο νόμο, αλλά αφήνονται στον περιβόητο Οργανισμό των πανεπιστημίων. Είναι εύλογο όμως να υποτεθεί πως το Υπουργείο σκοπεύει να επανέλθει σε αυτά τα ζητήματα σε καταλληλότερη στιγμή και χαμηλότερους τόνους, με την κατάρτιση του ‘πρότυπου’ οργανισμού του α.5§3. Ερχόμαστε έτσι εδώ στο ζήτημα της σύνθεσης και συγκρότησης των νέων κέντρων αποφάσεων στο πανεπιστήμιο, δηλαδή τις κοσμητείες των σχολών και τα κεντρικά του όργανα, το Συμβούλιο, τη Σύγκλητο και τον Πρύτανη. Προσπερνώντας τη Σύγκλητο, η οποία πλέον υποβαθμίζεται σε καθαρά γνωμοδοτικό όργανο (α.8§19-20), προκύπτει εύκολα από το κείμενο του σχεδίου ότι τον κεντρικό ρόλο στη διοίκηση του ιδρύματος έχει το 15μελές (ή 9μελές για μικρότερα ιδρύματα) Συμβούλιο. Αυτό αποτελείται από 8 (5) εσωτερικά μέλη του ιδρύματος, μεταξύ των οποίων ένας ‘εκπρόσωπος των φοιτητών’ και 7 (4) εξωτερικά, τα οποία εκλέγονται από τα εσωτερικά και πρέπει να χαίρουν αναγνώρισης, να έχουν διακριθεί για την κοινωνική τους δραστηριότητα ή την προσφορά τους στο κοινωνικό σύνολο από θέση ευθύνης και να έχουν γνώση και εμπειρία στον τομέα της διοίκησης. Περισσότερο προβληματική κι από αυτή την τελευταία ανακύκλωση προσωπικοτήτων από τις τάξεις του κατεστημένου στη διοίκηση του πανεπιστημίου είναι αφενός μεν η εκλογή των εσωτερικών μελών με το εκλογικό σύστημα της ταξινομικής ψήφου (αν και δεν διευκρινίζεται, πρόκειται πιθανότατα ένα σύστημα σύμφωνα με το οποίο σημειώνεται επί του ενιαίου ψηφοδελτίου από τους εκλογείς σειρά προτίμησης μεταξύ των περισσότερων υποψηφίων), και αφετέρου δε η ευθεία παρέμβαση στις διαδικασίες του φοιτητικού συνδικαλισμού με την εισαγωγή συστήματος ενιαίου ψηφοδελτίου για την εκλογή του ενός (1) εκπροσώπου των προπτυχιακών και μεταπτυχιακών φοιτητών (α.8§5-6). Προφανώς η κυβέρνηση θεωρεί ότι δεν υπάρχουν πολιτικά διακυβεύματα στη διοίκηση του νέου πανεπιστημίου, τέτοια που να δικαιολογούν την έκφραση διακριτών και αντίπαλων τάσεων μεταξύ των μελών της πανεπιστημιακής κοινότητας, ή εν πάση περιπτώσει θεωρεί ανεπιθύμητη την ανοιχτή έκφρασή τους. Όμως η υπερσυγκέντρωση αρμοδιοτήτων στο Συμβούλιο της παραπάνω σύνθεσης είναι ένα πολιτικό δεδομένο, το οποίο καθορίζει από άκρου σε άκρο τη λειτουργία του πανεπιστημίου: όχι μόνο γιατί οι σημαντικές αποφάσεις λαμβάνονται από αυτό το ολιγομελές όργανο, αλλά και γιατί εκλέγονται από αυτό ο πρύτανης και οι κοσμήτορες των σχολών.

Με αμφίβολο το εάν οι παραπάνω διαδικασίες θα επιτρέψουν την οποιαδήποτε έκφραση της πανεπιστημιακής κοινότητας (πόσο μάλλον της ευρύτερης κοινωνίας) επί των ζητημάτων προσανατολισμού και στρατηγικής του πανεπιστημίου, και με τον πρύτανη και τους κοσμήτορες να έχουν σημαντική διοικητική/εκτελεστική δύναμη, μένει ανοιχτό το ερώτημα σχετικά με το ποιά είναι η λογική που καθιστά αναγκαία αυτό τον συγκεντρωτισμό στη διοίκηση του νέου πανεπιστημίου, και τελικά σε ποιο μηχανισμό βρίσκεται το κέντρο βάρους του συστήματος. Αυτός ο μηχανισμός δεν είναι άλλος από το σύμπλεγμα των σχηματισμών της αστυνομίας ποιότητας—τις μονάδες διασφάλισης ποιότητας των ιδρυμάτων, αλλά και την κεντρική Αρχή Διασφάλισης Ποιότητας (α.14, α.65 επ.),6 ο οποίος, όπως προκύπτει εύκολα από τις σχετικές διατάξεις, θα λειτουργεί σε συνδυασμό με αυτούς που θα αναπτυχθούν σε σχέση με τη διαχείριση των πόρων των ιδρυμάτων, ιδίως το νπιδ του α.58). Το σύμπλεγμα αυτό αποτελεί ένα ενιαίο κέντρο παραγωγής δεδομένων και γνώσης σε σχέση με τη λειτουργία του πανεπιστημίου, και, κυρίως, είναι σε θέση να επιβάλει πολιτικές και διαδικασίες στις υπόλοιπες μονάδες του πανεπιστημίου στη βάση κριτηρίων, τα οποία έχουν ήδη καταστρωθεί με σαφήνεια νομοθετικά, αλλά και στη βάση μιας ήδη προωθημένης διεθνούς, ευρωπαϊκής και ιδίως αγγλοαμερικανικής τεχνογνωσίας και τυποποίησης συστημάτων σε θέματα διαχείρισης πόρων και προσωπικού αλλά και της ίδιας της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Με το ν.3374/2005 να μετρά ήδη έξι χρόνια ζωής, ο μηχανισμός αυτός είναι ήδη υπαρκτός, αλλά με το νέο νόμο θα ενισχυθεί περαιτέρω τόσο από την απευθείας είσοδο στο πανεπιστήμιο ειδικών στελεχών, όσο από τις μορφές κινητικότητας που θα προκαλέσει μεταξύ των μελών ΔΕΠ. Κινούμενα προς αυτές τις θέσεις θα αποτελέσουν την νέα διαχειριστική γραφειοκρατία του πανεπιστημίου, δηλαδή ένα στρώμα του οποίου ο προορισμός θα είναι η τεχνοκρατική άσκηση και μεγιστοποίηση του ελέγχου επί της μεγάλης πλειοψηφίας των πανεπιστημιακών δασκάλων και ερευνητών. Η αστυνομία της ποιότητας είναι κομβικό κέντρο εξουσίας στο νέο πανεπιστήμιο: προνομιακή πρόσβαση σε πληροφορίες, μονοπωλιακή θέση στην παραγωγή και διαχείριση επιχειρησιακής γνώσης, ευρεία και νομοθετικά θωρακισμένη δύναμη καθορισμού της ενδοπανεπιστημιακής πολιτικής, εντατική διασύνδεση σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, είναι τα χαρακτηριστικά που θα του επιτρέψουν να εμφυτεύσει στη σύνολη λειτουργία του πανεπιστημίου αυστηρά τεχνοκρατικούς όρους αποτελεσματικότητας και αποδοτικότητα.

Όμως η αποτελεσματικότητα και η αποδοτικότητα έχουν νόημα μόνο μέσα σε ένα ορισμένο πλαίσιο αναφοράς, δεν διαθέτουν αφηρημένα ένα θετικό περιεχόμενο όπως αφήνεται συχνά να εννοηθεί, με τον ίδιο τρόπο που γίνεται τα τελευταία χρόνια αναφορά στην αφηρημένη ανάγκη των ‘μεταρρυθμίσεων’, με το υπονοούμενο ότι αυτές είναι πάντα για καλό...Όπως προαναφέρθηκε, το μοντέλο το οποίο ξεπατικώνει το σχέδιο της κυβέρνησης αντιλαμβάνεται την αποτελεσματικότητα και την αποδοτικότητα ως οικονομικές έννοιες. Έτσι, οι ρυθμίσεις σχετικά με την δημιουργία της νέας πανίσχυρης διαχειριστικής γραφειοκρατίας συμπληρώνονται και καθίστανται πιο σαφείς από τις ρυθμίσεις του όγδοου κεφαλαίου (α.56-64) του σχεδίου το οποίο αφορά στα οικονομικά των ΑΕΙ. Αυτό που προκύπτει καθαρά από τις διατάξεις αυτές είναι ότι η κυβέρνηση δεν εγγυάται πλέον τη πλήρη χρηματοδότηση του διδακτικού και ερευνητικού έργου των πανεπιστημίων. Το σχέδιο αναφέρεται στην κάλυψη των αποδοχών, των λειτουργικών εξόδων και των δαπανών για την ανάπτυξη υλικοτεχνικής υποδομής από την κρατική επιχορήγηση, αλλά η τελευταία εξαρτάται από την έγκριση του ακαδημαϊκού-αναπτυξιακού προγράμματος του α.62. Επιπλέον, το ύψος της επηρεάζεται από την κατάσταση του ιδρύματος όπως προκύπτει από τα ‘αντικειμενικά’ κριτήρια και δείκτες του α.63, όπως αυτά θα καθοριστούν με μελλοντική υπουργική απόφαση που θα εκδοθεί με βάση εισήγηση της ΑΔΙΠ. Ο ρόλος της αστυνομίας ποιότητας είναι εδώ προφανής, αλλά υπάρχει και συνέχεια. Τα παραπάνω είναι μέρος μόνο μιας ευρύτερης νέας κατάστασης την οποία θέλει να διαμορφώσει η κυβέρνηση, διότι το σχέδιο ρητά αναφέρει τους ιδιωτικούς φορείς της Ελλάδας και του εξωτερικού ως πιθανούς χρηματοδότες των ΑΕΙ (α.56§3), και επιπλέον αναθέτει κεντρικό ρόλο στη διαχείριση της περιουσίας και των πόρων των ΑΕΙ από νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με τη ‘μορφή ανώνυμης εταιρίας’, που λειτουργεί υπό την ευθύνη και τον έλεγχο του ΑΕΙ. Η εταιρία διαχειρίζεται το σύνολο της περιουσίας του ΑΕΙ και των πόρων από κάθε πηγή, εκτός από την παραπάνω κρατική επιχορήγηση, στοιχείο που ασφαλώς καταδεικνύει την πρόθεση αφενός μεν να περιοριστεί η κρατική χρηματοδότηση στο απολύτως αναγκαίο (με βάση τη διάταξη για τη χρήση της επιχορήγησης), αφετέρου δε να ασκηθεί πίεση προς την κατεύθυνση όχι απλά αναζήτησης ιδιωτικής χρηματοδότησης, αλλά ανάπτυξης επιχειρηματικής δραστηριότητας από τα ιδρύματα. Η μορφή της α.ε. που εισάγει ο νόμος καθιστά δυνατό αυτόν τον προσανατολισμό, και, όπως διευκρινίζεται στη σχετική διάταξη (α.58§3 εδ.4γ), ‘η διαχείριση υπόκειται στους κανόνες της χρηστής και επιμελούς διαχείρισης αλλότριας περιουσίας, καθώς και της επιχειρηματικής λογικής, έχει δε ως ειδικότερο στόχο την αύξηση της κεφαλαιακής αξίας και των εισοδηματικών αποδόσεων της περιουσίας αυτής’. Από την εξέταση των σχετικών ρυθμίσεων, προκύπτει ότι αυτή η επιχειρηματική δραστηριότητα μπορεί να αφορά όχι μόνο την εκμετάλλευση της περιουσίας, αλλά και την διδακτική και ερευνητική δραστηριότητα του ιδρύματος, δηλαδή την παροχή των σχετικών υπηρεσιών έναντι αμοιβής ή την εμπορική εκμετάλλευση των ‘προϊόντων’ που αυτό παράγει (ιδίως την εκμετάλλευση της πνευματικής και βιομηχανικής ιδιοκτησίας). Με δεδομένο ότι η ‘περιβόητη διασφάλιση της ποιότητας’ δεν είναι στην ουσία κάτι άλλο από την βέλτιστη διαμόρφωση μιας διαδικασίας παραγωγής ενός προϊόντος απευθυνόμενο σε καταναλωτές, γίνεται πλήρως φανερό ότι οι σχετικοί μηχανισμοί εντός του πανεπιστημίου θα εξυπηρετήσουν, αν όχι άμεσα, πάντως όταν θα καταστεί αισθητή η ανεπάρκεια της κρατικής επιχορήγησης, την προσαρμογή του ερευνητικού και διδακτικού έργου στην επιχειρηματική λογική της ανεύρεσης πόρων. Η αστυνομία ποιότητας και η πανεπιστημιακή α.ε. είναι απολύτως αλληλοσυμπληρωματικοί μηχανισμοί στο πανεπιστήμιο που οραματίζεται η κυβέρνηση.

Η εμφύτευση της επιχειρηματικής λογικής στη λειτουργία του πανεπιστημίου, σε συνδυασμό και με τη σκοπούμενη συρρίκνωση της δημόσιας χρηματοδότησης της ανώτατης εκπαίδευσης δημιουργεί μια δυναμική της οποίας ορίζοντας είναι τελικά η υποδούλωση της ακαδημαϊκής δραστηριότητας σε οικονομικά συμφέροντα και τις ‘ανάγκες΄ τις αγοράς, και βεβαίως η κατάργηση της δημόσιας και δωρεάν ανώτατης εκπαίδευσης, αφού και αυτή, σύμφωνα με το πνεύμα του νεοφιλελευθερισμού, δεν αποτελεί δημόσιο αγαθό αλλά εμπορεύσιμο προϊόν. Να σημειωθεί ότι η διαπλοκή του πανεπιστημίου με οικονομικά συμφέροντα δεν είναι μια υπόθεση που κρίνεται αποκλειστικά από τις σχέσεις που συνήθως προκαλούν τις εντονότερες αντιδράσεις, δηλαδή την εμπορευματοποίηση των πτυχίων και της έρευνας. Το πανεπιστήμιο μεταβάλλεται σταδιακά σε εξάρτημα ενός ολόκληρου οικονομικού κυκλώματος το οποίο παρεισφρύει στη μορφή και το περιεχόμενο της ακαδημαϊκής δραστηριότητας με τη μορφή ‘νέων’ διδακτικών βοηθημάτων, διαδραστικών πινάκων, ηλεκτρονικών υπολογιστών και λογισμικού, συστημάτων διαχείρισης βιβλιοθηκών, ιδίως σε ό,τι έχει να κάνει με ηλεκτρονικές εκδόσεις κ.ο.κ—για να σταθούμε στα πιο ‘αθώα’. Η χρήση αυτών των εργαλείων και τεχνικών αναγορεύεται συνήθως σε δείκτη ποιότητας, με συνέπεια να διευρύνεται η εξάρτηση του πανεπιστημίου από τα σχετικά οικονομικά συμφέροντα, τα οποία δημιουργούν και υποκειμενικά στηρίγματα εντός της πανεπιστημιακής γραφειοκρατίας. Σε αυτό το ‘εκπαιδευτικό-βιομηχανικό συγκρότημα’ θα πρέπει βέβαια να προστεθούν οι υπηρεσίες ασφαλείας της πανεπιστημιακής περιουσίας και, κυρίως, οι υπηρεσίες παροχής φοιτητικής μέριμνας (στέγαση, σίτιση, ψυχαγωγία). Το σχέδιο προετοιμάζει το έδαφος σχετικά, αφού η διαχείριση των σχετικών υπηρεσιών και υποδομών ανατίθεται πλέον στην πανεπιστημιακή α.ε., και βεβαίως η κατάργηση της διανομής δωρεάν συγγραμμάτων και η γενίκευση της ηλεκτρονικής υποστήριξης του διδακτικού έργου θα αποτελέσουν ένα σημαντικό βήμα προς την κατεύθυνση αυτή.

Από την παραπάνω σύντομη ανάλυση είναι φανερό ότι το σχέδιο αποτελεί την αποφασιστικότερη κίνηση αλλοίωσης του χαρακτήρα της ελληνικής ανώτατης εκπαίδευσης, με απώτερο (όχι πολύ μακρινό) σκοπό την πλήρη παράδοσή της στις λογικές και τις δυνάμεις της αγοράς. Για τους πανεπιστημιακούς, όχι μόνο θα έχει άμεση συνέπεια την περιθωριοποίηση της μεγάλης πλειοψηφίας από τη λήψη των στρατηγικών αποφάσεων για το χαρακτήρα και την κατεύθυνση των ιδρυμάτων, αλλά προετοιμάζει τελικά δραματικούς περιορισμούς στη ελευθερία της διδασκαλίας και έρευνας. Για τους φοιτητές, η υλοποίηση αυτού του νόμου όχι μόνο θα συνεπάγεται μεγαλύτερο κόστος για την ολοκλήρωση των σπουδών (και η εισαγωγή διδάκτρων μοιραία θα επιχειρηθεί σε κατάλληλο χρονικό σημείο στο μέλλον), αλλά κυρίως την είσοδο σε ένα χώρο ο οποίος σταδιακά, αλλά με μαθηματική βεβαιότητα, θα τους αντιμετωπίζει ως καταναλωτές, όχι ως παραγωγούς γνώσης, ως πελάτες και όχι ως εταίρους στην ακαδημαϊκή ζωή, τελικά ως προϊόντα προορισμένα να ανταποκριθούν στις στενές απαιτήσεις της αγοράς και όχι ως πολίτες των οποίων η αναπτυγμένη επιστημονική, πολιτιστική και πολιτική συνείδηση θα αποτελεί εγγύηση για την ευημερία και πρόοδο της πατρίδας.

Ενώ ζούμε σήμερα τα τεράστια αδιέξοδα που έχει δημιουργήσει ο νεοφιλελευθερισμός και το φετίχ των αγορών για τη μεγάλη πλειοψηφία του λαού μας, η κυβέρνηση επιχειρεί να αλώσει για λογαριασμό της αγοράς την ανώτατη εκπαίδευση με ένα σχέδιο νόμου, το οποίο δεν είναι απλά μία έκφανση δογματικής καθαρότητας, αλλά προϊόν των σκοτεινότερων ενστίκτων του νεοφιλελευθερισμού: προϊόν μίσους για δημόσιο αγαθό της παιδείας, μίσους για τη νέα γενιά, μίσους για τους εργαζόμενους. Κανείς δεν πρέπει αποδεχθεί τη λογική ότι μπορεί να διεξαχθεί μια μάχη σημείων για τη ‘βελτίωση’ του σχεδίου: το διακύβευμα δεν είναι τεχνικής φύσεως, αλλά έχει να κάνει με θεμελιώδη ζητήματα αξιών και προτεραιοτήτων σε σχέση με το τί είναι και ποιό κοινωνικό σκοπό υπηρετεί η ανώτατη εκπαίδευση.

Share
© 2011-2013 Νέος Αγωνιστής